Χειρόγραφο Βόινιτς: το βιβλίο που βλέπουμε αλλά δεν μπορούμε να διαβάσουμε
Η περγαμηνή έχει ηλικία. Οι σελίδες έχουν εικόνες. Η γραφή όμως δεν έχει κοινά αποδεκτή ανάγνωση. Μια νέα έρευνα επιστρέφει στο ίδιο το δέσιμο του βιβλίου.

Χειρόγραφο Βόινιτς μοιάζει με βιβλίο που περιμένει τον αναγνώστη του: φυτά με λεπτομερείς ρίζες, κυκλικά διαγράμματα με άστρα, ανθρώπινες μορφές μέσα σε υγρά και σειρές προσεκτικά γραμμένων συμβόλων. Το πρόβλημα αρχίζει όταν επιχειρούμε να το διαβάσουμε. Η γραφή παραμένει ανεξήγητη και ούτε η ταυτότητα του δημιουργού ούτε το περιεχόμενο έχουν αποκατασταθεί με αποδεκτή αποκρυπτογράφηση. Το αντικείμενο υπάρχει, φυλάσσεται στο Yale ως MS 408 και είναι ψηφιοποιημένο· το νόημά του εξακολουθεί να αντιστέκεται.
Μια μελέτη του 2026 προσθέτει διαφορετικό ερώτημα: μήπως η σημερινή σειρά των σελίδων δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την αναζήτηση; Δεν προτείνει μετάφραση. Εξετάζει την υλική κατασκευή του βιβλίου. Αυτή η μετατόπιση έχει ουσία: πριν αποφασίσουμε τι κρύβουν τα σύμβολα, χρειάζεται να καταλάβουμε ποια κείμενα και εικόνες προορίζονταν να διαβάζονται μαζί. Η έρευνα προχωρά όταν ξεχωρίζει όσα μετρήθηκαν από όσα απλώς φαίνονται πειστικά.
Χειρόγραφο Βόινιτς: η επιστολή που γέννησε μια μεγάλη απόδοση
Ένα από τα ουσιαστικότερα τεκμήρια είναι η επιστολή του Γιοχάνες Μάρκους Μάρτσι προς τον Ιησουίτη λόγιο Αθανάσιο Κίρχερ. Ο κατάλογος της Beinecke δημοσιεύει το λατινικό κείμενο και καταγράφει την ημερομηνία ως 19 Αυγούστου 1666, με εναλλακτική ανάγνωση το 1665. Ο Μάρτσι αναφέρει ότι κληρονόμησε το βιβλίο από φίλο, ο οποίος είχε προσπαθήσει επίμονα να το ερμηνεύσει και είχε στείλει στον Κίρχερ αντιγραμμένο απόσπασμα.
Στην ίδια επιστολή εμφανίζονται ο αυτοκράτορας Ροδόλφος Β΄, το ποσό των 600 δουκάτων και η απόδοση στον Ρότζερ Μπέικον. Όμως ο Μάρτσι μεταφέρει όσα του είχε διηγηθεί ο γιατρός Ραφαήλ και κρατά επιφύλαξη για την πατρότητα. Πρόκειται για μαρτυρία δεύτερου χεριού μέσα σε πραγματικό έγγραφο, όχι για σωζόμενο συμβόλαιο αγοράς ή υπογραφή συγγραφέα. Η διάκριση αφήνει ορατά τα κενά στην πρώιμη διαδρομή του χειρογράφου.
Το 1912 ο βιβλιοπώλης Βίλφριντ Βόινιτς το απέκτησε από τους Ιησουίτες κοντά στη Ρώμη. Το 1969 δωρήθηκε στο Yale από τον Χανς Π. Κράους. Η μεταβίβαση ενός βιβλίου μπορεί να τεκμηριωθεί χωρίς να αποκαλύπτει ποιος το έγραψε. Και μια παλιά απόδοση μπορεί να εξηγεί τη φήμη του χωρίς να αποδεικνύει την αλήθεια της.
Το εργαστήριο χρονολόγησε την περγαμηνή, όχι το μελάνι
Το ισχυρότερο χρονολογικό όριο προέρχεται από πραγματική δειγματοληψία. Στην έκθεση της 17ης Φεβρουαρίου 2009, ο Γκρεγκ Χότζινς του εργαστηρίου AMS της Αριζόνα περιγράφει τέσσερα δείγματα από διαφορετικά φύλλα, τα οποία έλαβε στο Yale στις 15 Ιανουαρίου. Η συνδυασμένη βαθμονόμηση δίνει διάστημα 1404 έως 1438, με πιθανότητα 95,4%. Αυτό αφορά την περγαμηνή, δηλαδή το ζωικό υλικό των φύλλων.
Η ίδια έκθεση διευκρινίζει ότι δεν χρονολογήθηκε η στιγμή της γραφής. Το χρονικό διάστημα ανάμεσα στην παραγωγή της περγαμηνής και στην εφαρμογή του μελανιού δεν μετρήθηκε άμεσα. Ο Χότζινς θεωρεί τη σύγκλιση των αποτελεσμάτων ισχυρή ένδειξη δημιουργίας του χειρογράφου στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα. Αυτή η επιστημονική εκτίμηση δεν πρέπει να μετατρέπεται σε βεβαιότητα για συγκεκριμένο έτος, δημιουργό ή εργαστήριο.
Η παρουσίαση του Πανεπιστημίου της Αριζόνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2011, εξηγεί γιατί η απευθείας ραδιοχρονολόγηση του μελανιού ήταν δύσκολη: η ποσότητά του είναι μικρή και ο διαχωρισμός του από τον άνθρακα της περγαμηνής προβληματικός. Οι χρωστικές κρίθηκαν συμβατές με την παλέτα της Αναγέννησης. Συμβατότητα, όμως, δεν σημαίνει ακριβής χρονολόγηση. Το εργαστήριο περιορίζει τις πιθανές ιστορίες· δεν μεταφράζει το κείμενο.

Γλώσσα, κώδικας ή κατασκευασμένο κείμενο;
Οι σοβαρές εξηγήσεις διαφωνούν ακόμη και για το τι υπάρχει πίσω από τα σύμβολα. Η Κλερ Μπάουερν και ο Λουκ Λίντεμαν, στην ανασκόπησή τους στο Annual Review of Linguistics το 2021, επιχειρηματολογούν υπέρ ενός κειμένου που στηρίζεται σε φυσική γλώσσα. Εξετάζουν τι μπορούν να δείξουν οι στατιστικές ιδιότητες για τη δομή του, παρότι το περιεχόμενο παραμένει αδιάβαστο. Η ύπαρξη γλωσσικών ενδείξεων δεν μας δίνει αυτομάτως γλώσσα, λεξικό ή κλειδί κρυπτογράφησης.
Η αντίθετη πρόταση έχει επίσης συγκεκριμένους εισηγητές. Οι Τόρστεν Τιμ και Αντρέας Σίνερ παρουσίασαν μελέτη στο Cryptologia, δημοσιευμένη διαδικτυακά το 2019, για παραγωγή κειμένου με αντιγραφή και τροποποίηση προηγούμενων ακολουθιών. Υποστηρίζουν ότι τέτοια διαδικασία μπορεί να αναπαράγει σημαντικές στατιστικές ιδιότητες χωρίς υποκείμενο νόημα. Το ότι ένας μηχανισμός παράγει ομοιότητες δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι αυτός χρησιμοποιήθηκε ιστορικά. Ούτε η επανάληψη συμβόλων αρκεί μόνη της για να απορρίψει κάθε γλωσσική εξήγηση.
Σε συνέντευξη του Yale στις 21 Φεβρουαρίου 2025, η Μπάουερν περιγράφει τη γοητεία ενός αντικειμένου που φαίνεται σχεδόν αναγνώσιμο. Η παλαιογραφική έρευνα διακρίνει πέντε γραφείς, προσθέτοντας μια ανθρώπινη διάσταση: υπάρχουν ίχνη διαφορετικών χεριών, χωρίς να γνωρίζουμε τα ονόματά τους. Όπως στην έρευνα για τις πινακίδες ρονγκορόνγκο, η μελέτη του αντικειμένου και η ανάγνωση του περιεχομένου είναι διαφορετικές κατακτήσεις.
Η νέα υπόθεση για τα φύλλα και το πραγματικό όριο πρόσβασης
Στη μελέτη του 2026 «Singulion Structure and the Voynich Manuscript», οι Κόλιν Λέιφιλντ και Λίζα Φέιγκιν Ντέιβις συνδυάζουν την εξέταση της κατασκευής με στατιστικές συγκρίσεις του κειμένου. Προτείνουν ότι τα διπλωμένα φύλλα αρχικά διαβάζονταν ως διαδοχικές αυτοτελείς μονάδες και όχι τοποθετημένα το ένα μέσα στο άλλο, όπως στα σημερινά τεύχη του βιβλίου. Εξετάζουν επίσης εικόνες που συνεχίζονται προς την εσωτερική πτυχή, αλλά δεν συνδέονται εύκολα με τη σημερινή απέναντι σελίδα.
Η μέθοδός τους συγκρίνει ομοιότητες στη χρήση των συμβόλων και δοκιμάζεται σε δύο άλλα χειρόγραφα γνωστού περιεχομένου. Το αποτέλεσμα στηρίζει την προτεινόμενη διάταξη, χωρίς να αποκαθιστά με βεβαιότητα μια μοναδική αρχική σειρά. Οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι η επιβεβαίωση παραμένει ανοιχτή όσο δεν διαβάζεται το κείμενο. Επομένως, δεν έχουμε λύση του Βόινιτς ούτε απόδειξη σκόπιμης αναδιάταξης για απόκρυψη. Έχουμε μια ελέγξιμη πρόταση για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να συγκρίνονται οι σελίδες του.
Υπάρχει, τέλος, ένα πραγματικό όριο πρόσβασης, με δηλωμένο λόγο. Η Beinecke περιορίζει την εξέταση του πρωτοτύπου λόγω ευθραυστότητας και αυξημένης ζήτησης, ενώ διαθέτει ψηφιακές εικόνες υψηλής ανάλυσης. Ζητά ειδική αιτιολόγηση όταν μια έρευνα χρειάζεται το ίδιο το αντικείμενο. Αυτός ο κανόνας συντήρησης δεν αποτελεί τεκμήριο κρυμμένης μετάφρασης. Η απόσταση ανάμεσα στο σωζόμενο βιβλίο και στον θρύλο του χρειάζεται τον ίδιο έλεγχο που απαιτεί και ο Codex Gigas.
Το ουσιαστικό ανοιχτό ερώτημα παραμένει διπλό: τι ήθελαν να καταγράψουν οι άνθρωποι που γέμισαν αυτές τις περγαμηνές και ποια μέθοδος θα επιτρέψει σε άλλους ερευνητές να ελέγξουν την απάντηση; Τα δικά σας συμπεράσματα.






