Λιαντίνης: επτά χρόνια σιωπής, ένα βουνό και ο δάσκαλος που κρύφτηκε πίσω από τον θρύλο
Η εξαφάνιση άνοιξε ένα αίνιγμα. Τα ευρήματα του 2005 άλλαξαν την υπόθεση. Ανάμεσα στις δύο ημερομηνίες χάθηκε από τη συζήτηση ένας ολόκληρος άνθρωπος: ο δάσκαλος που συνέδεσε την ποίηση, την ελευθερία και την ευθύνη να ζούμε.

Στις 3 Ιουνίου 1998 υπήρχαν άνθρωποι που περίμεναν να εξεταστούν από τον Δημήτρη Λιαντίνη. Ο καθηγητής δεν εμφανίστηκε. Είχε εξαφανιστεί δύο ημέρες νωρίτερα, αφήνοντας επιστολή στην κόρη του. Επτά χρόνια αργότερα, τα λείψανα που βρέθηκαν στον Ταΰγετο έδωσαν στην ιστορία μια απάντηση που πολλοί δυσκολεύτηκαν να δεχτούν. Κι όμως, η πιο παράξενη εξαφάνιση είχε συντελεστεί ήδη μπροστά σε όλους: όσο μεγάλωνε ο θρύλος, ο πραγματικός άνθρωπος υποχωρούσε.
Η εξέταση που δεν έγινε
Η ανάμνηση της Αρετής Παντελή, δασκάλας που παρακολούθησε τα μαθήματά του, διασώζει μια απλή ημερομηνία: 3 Ιουνίου. Αργότερα θυμήθηκε τις εξετάσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν, τον φάκελο της βαθμολογίας και ένα τελευταίο μάθημα στο οποίο ο Λιαντίνης άφηνε τους μαθητές να τον ρωτήσουν ό,τι ήθελαν. Στην αφήγησή της επιστρέφει μια ολόκληρη καθημερινότητα που έμεινε μετέωρη: ένα πρόγραμμα, μια αίθουσα, άνθρωποι με τετράδια. Όσα ακολούθησαν έδωσαν σε εκείνες τις αναμνήσεις βάρος που κανένα συνηθισμένο μάθημα δεν μπορούσε προηγουμένως να έχει.
Έτσι αρχίζουν συχνά οι μεγάλες απουσίες. Κάτι που θα γινόταν δεν γίνεται. Ένα όνομα ακούγεται διαφορετικά στον διάδρομο. Όσα χθες ήταν συνηθισμένα αποκτούν ξαφνικά χαρακτήρα τελευταίας φοράς. Ο αναγνώστης γνωρίζει σήμερα ότι ακολούθησαν χρόνια αναζήτησης· εκείνοι που περίμεναν τότε δεν είχαν μπροστά τους την ολοκληρωμένη ιστορία. Είχαν μόνο το κενό μιας παρουσίας. Αυτή η διαφορά μάς εμποδίζει να μετατρέψουμε κάθε προηγούμενη χειρονομία του σε προμελετημένο σημάδι που όφειλαν δήθεν όλοι να αποκρυπτογραφήσουν.
Το βουνό έγινε ο τεράστιος ορατός χώρος του αινίγματος. Το έργο του, ένας δεύτερος χώρος που προσφερόταν για αναζήτηση ενδείξεων. Μια φράση για τον θάνατο έμοιαζε τώρα με κλειδί, μια αναφορά στον Οιδίποδα με οδηγία, ένας τίτλος με προαναγγελία. Η εξαφάνιση έσπρωξε την ανάγνωση προς την ανάκριση. Πριν καταλάβουμε τι είχε πει ο συγγραφέας για τον άνθρωπο, αρχίσαμε να ρωτάμε τι είχε προαναγγείλει για τον εαυτό του. Η σειρά αυτή επηρέασε ολόκληρη τη μεταγενέστερη εικόνα του.
Ο άνθρωπος πριν από τον Ταΰγετο
Γεννημένος στην Πολοβίτσα της Λακωνίας το 1942, ο Δημήτρης Νικολακάκος επέλεξε το επώνυμο Λιαντίνης σε σύνδεση με τη Λιαντίνα. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Αθηνών το 1966, δίδαξε στη μέση εκπαίδευση, έζησε στο Μόναχο και από το 1975 εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου έφθασε στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή. Αυτή η σύντομη διαδρομή περιέχει κάτι που ο μύθος παραμερίζει: χρόνια εργασίας, προετοιμασίας, διδασκαλίας και συνάντησης με μαθητές. Η δημόσια εκκεντρικότητα δεν υπήρξε το μοναδικό περιεχόμενο της ζωής του.
Η γερμανική γλώσσα και η ελληνική γραμματεία έγιναν δύο πλευρές μιας αναζήτησης. Η ενασχόλησή του με τις Ελεγείες του Ντούινο του Ρίλκε φανερώνει έναν μελετητή που δεν περιόριζε την ελληνικότητα σε μια κλειστή αποθήκη εθνικών επιβεβαιώσεων. Αναζητούσε συναντήσεις, εντάσεις, μορφές με τις οποίες διαφορετικές εποχές εκφράζουν το ανθρώπινο όριο. Στη μετάφραση ο στοχαστής συναντά αντίσταση: η λέξη του άλλου δεν υπακούει απλώς στη δική του θεωρία. Πρέπει να ακουστεί, να ζυγιστεί και να μεταφερθεί.
Στις φωτογραφίες και στις διαλέξεις του παραμένει ο ομιλητής με τη χαρακτηριστική παρουσία. Στα πανεπιστημιακά ίχνη παραμένει ο άνθρωπος που συμμετείχε στην έρευνα για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας. Στην οικογενειακή ιστορία παραμένει σύζυγος και πατέρας. Καμία από αυτές τις όψεις δεν αρκεί μόνη της. Όταν μια προσωπικότητα αποκτά ένα δραματικό τέλος, κινδυνεύουμε να διαβάζουμε όλη τη ζωή σαν διάδρομο που οδηγούσε αναγκαστικά εκεί. Αλλά ο χρόνος που έζησε ήταν γεμάτος δυνατότητες, σχέσεις και έργα με δική τους αξία.
Γιατί ένας δάσκαλος μπορεί να ταράξει μια αίθουσα
Στο Homo Educandus η ευθύνη του εκπαιδευτικού διατυπώνεται αυστηρά: ο δάσκαλος δεν δικαιούται να αγνοεί τι κάνει. Η θέση μοιάζει απλή μέχρι να εφαρμοστεί. Όταν μιλάς σε ανθρώπους που σχηματίζουν κρίση, δεν μεταφέρεις μόνο πληροφορία. Διδάσκεις και πώς ασκείται η εξουσία, πώς επιτρέπεται η αμφιβολία, τι συμβαίνει σε εκείνον που κάνει λάθος. Η πιο πειστική διάλεξη μπορεί να εκπαιδεύει στην παθητικότητα αν ο μαθητής επιτρέπεται μόνο να θαυμάζει. Η λιγότερο εντυπωσιακή μπορεί να του ανοίγει χώρο για ανεξαρτησία.
Εδώ βρίσκεται μια γόνιμη ένταση στη συνάντηση με τον Λιαντίνη. Ο χαρισματικός δάσκαλος μαγνητίζει. Η φιλοσοφία όμως ζητά κάτι περισσότερο από μαγνητισμό: να αποκτήσει ο άλλος το δικαίωμα να απομακρυνθεί. Φανταστείτε έναν αναγνώστη που διαφωνεί με μια σελίδα και επιστρέφει στις λέξεις για να εξηγήσει γιατί. Αυτή η σύγκρουση μπορεί να είναι βαθύτερη μαθητεία από την αποστήθιση δέκα εντυπωσιακών αποφθεγμάτων. Δεν χρειάζεται να μειώσουμε την προσωπικότητα του δασκάλου για να αναγνωρίσουμε ότι η διδασκαλία κρίνεται και από την ελευθερία που αφήνει πίσω της.
Η περίφημη προτεραιότητα που δίνει στο δέντρο απέναντι στο βιβλίο μετακινεί το μέτρο της καλλιέργειας. Ένας άνθρωπος των γραμμάτων υπενθυμίζει ότι τα γράμματα δεν δικαιούνται να καταπιούν τον ζωντανό κόσμο. Η σκέψη αυτή μπορεί να δοκιμαστεί χωρίς μεγάλα συνθήματα: τι αξία έχει η γνώση αν αυξάνει μόνο την ικανότητά μας να εντυπωσιάζουμε; Τι μαθαίνει ένα παιδί όταν η σωστή απάντηση ανταμείβεται αλλά η προσεκτική ερώτηση ενοχλεί; Η παιδαγωγική του πρόκληση παραμένει παρούσα σε κάθε τέτοια μικρή σκηνή.

Ο Σολωμός στη θέση όπου στενεύουν οι επιλογές
Στο Χάσμα σεισμού ο Σολωμός γίνεται αφορμή για μια δύσκολη εξέταση της ελευθερίας. Η πολιορκία δεν επιτρέπει εύκολες εκλογές. Η πείνα, ο φόβος και η ανάγκη περιορίζουν τον άνθρωπο τόσο ώστε η ηθική δοκιμάζεται εκεί όπου τελειώνουν οι άνετες συμβουλές. Η ανάγνωση του Λιαντίνη επιμένει στην απόφαση μέσα στον καταναγκασμό. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο τι επιλέγεται, αλλά στο βάρος του να αποφασίζει κάποιος όταν καμία επιλογή δεν του επιστρέφει άθικτο ό,τι αγαπά.
Αυτή η οπτική μετακινεί τον Σολωμό από το ασφαλές βάθρο του εθνικού ποιητή σε μια ζωντανή δυσκολία. Μπορούμε να επαινούμε την αντοχή άλλων από απόσταση χωρίς να γνωρίζουμε τι θα κάναμε στη θέση τους. Η φιλοσοφική ανάγνωση χαλά αυτή την άνεση. Μας θυμίζει ότι η αρετή που δεν δοκιμάστηκε δεν έχει ακόμη συναντήσει το πραγματικό της κόστος. Πρόκειται για σκέψη που μας αφορά και έξω από τις ιστορικές ακρότητες: στις στιγμές όπου μια αρχή συγκρούεται με την προσωπική μας ευκολία.
Η ποίηση, βέβαια, δεν είναι πρακτικό συμβάντων. Ο Σολωμός δημιουργεί μορφή και ο Λιαντίνης την ερμηνεύει μέσα από το δικό του φιλοσοφικό βλέμμα. Αυτή η απόσταση αποτελεί δυνατότητα, όχι ελάττωμα: μας επιτρέπει να δούμε πώς η τέχνη μετασχηματίζει το γεγονός σε ανθρώπινο πρόβλημα. Ο αναγνώστης μπορεί να ακολουθήσει τη δύναμη της ερμηνείας και να επιστρέψει στο ποίημα για να εξετάσει τι ανοίγει και τι αφήνει έξω. Το πιο ζωντανό βιβλίο είναι εκείνο που μας στέλνει σε ένα δεύτερο.
Ο Σεφέρης και η δύσκολη τέχνη του μέτρου
Ο τίτλος Ο Νηφομανής ενώνει την ένταση με τη νηφαλιότητα. Στην ανάγνωση του Σεφέρη από τον Λιαντίνη, το μέτρο δεν σημαίνει να μη νιώθεις πολύ. Σημαίνει να δίνεις μορφή σε κάτι που θα μπορούσε να σε διαλύσει. Η φαινομενική γαλήνη δεν καταργεί το τραγικό βάθος της ζωής. Το περιέχει. Ένα τοπίο μπορεί να λάμπει και συγχρόνως να θυμίζει φθορά, απουσία, ιστορική πληγή. Η ποίηση βρίσκει τρόπο να τα κρατά μαζί χωρίς να τα κάνει εύκολη εξίσωση.
Από εδώ ανοίγεται μια σκέψη που αξίζει να πάρουμε μαζί μας: η αποδοχή ενός ορίου δεν είναι παραίτηση από όσα μπορούμε να κάνουμε. Μπορεί να είναι η προϋπόθεση για να διαλέξουμε πού θα δώσουμε τις δυνάμεις μας. Το αμετάκλητο του χρόνου δεν μας λέει ποια ζωή οφείλουμε να ζήσουμε· κάνει όμως κάθε αναβολή μια πραγματική πράξη. Ένας αναγνώστης μπορεί να κρατήσει αυτή τη δυνατότητα ακόμη κι αν διαφωνεί με τη συνολική κοσμοθεωρία του συγγραφέα. Τα βιβλία δεν απαιτούν όρκο πίστης για να έχουν επίδραση.
Στο Πολυχρόνιο η παιδαγώγηση των παθών επαναφέρει το πρόβλημα στο πεδίο του χαρακτήρα. Δεν αρκεί να διακηρύξουμε ότι θα πάψουμε να θυμώνουμε ή να φοβόμαστε. Το ερώτημα είναι πώς εργαζόμαστε με δυνάμεις που ήδη υπάρχουν μέσα μας. Εδώ η φιλοσοφία πλησιάζει την καθημερινή άσκηση και απομακρύνεται από την πόζα του ατάραχου σοφού. Ο άνθρωπος που δέχεται ότι χρειάζεται δουλειά πάνω στον εαυτό του δεν είναι λιγότερο ελεύθερος· αναγνωρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια το υλικό της ελευθερίας του.
Η Γκέμμα και όσα δεν χωρούν σε ένα σύνθημα
Η Γκέμμα μεταφέρει τη συζήτηση στον έρωτα, στη φύση και στη θνητότητα με ιδιαίτερα πυκνή, ποιητική γλώσσα. Η απώλεια παίρνει κοσμικό μέγεθος επειδή για εκείνον που χάνει έναν αγαπημένο άνθρωπο ο οικείος κόσμος πράγματι αλλάζει. Δεν χρειάζεται να κάνουμε αστρονομική θεωρία μια μεταφορά για να καταλάβουμε τη δύναμή της. Ούτε να την περιορίσουμε σε επιτυχημένο απόφθεγμα. Το κείμενο θέτει το δυσκολότερο ερώτημα: πώς ζει κανείς με την επίγνωση ότι όσα αγαπά δεν του ανήκουν για πάντα;
Η δική μας ανάγνωση βλέπει εδώ μια δυνατότητα εγρήγορσης. Η επίγνωση της περατότητας μπορεί να μας στρέψει σε μια σχέση που αμελούμε, σε μια δουλειά που θέλουμε να ολοκληρώσουμε, σε μια συγγνώμη που καθυστερεί. Η φιλοσοφική μελέτη του θανάτου δεν συνεπάγεται απόφαση θανάτου. Αντίθετα, μπορεί να μας βοηθά να κατοικούμε πιο προσεκτικά στη ζωή, μαζί με άλλους ανθρώπους. Ούτε ένα βιβλίο ούτε η βιογραφία του δημιουργού του επιβάλλουν μια μοναδική κατάληξη στον αναγνώστη.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του Λιαντίνη, επειδή το τέλος του κινδυνεύει να μετατραπεί σε μέτρο αυθεντικότητας ολόκληρου του έργου. Σαν να έπρεπε ο στοχασμός να επικυρωθεί από την απώλεια του στοχαστή. Η σύνδεση αυτή αδικεί τις ζωντανές δυνατότητες των βιβλίων του. Ένα παιδαγωγικό ή φιλοσοφικό έργο δοκιμάζεται στη σκέψη, στις σχέσεις, στην ικανότητά του να ανοίγει ερωτήματα. Δεν χρειάζεται μια τραγική βιογραφική έκβαση για να αποκτήσει βάρος. Κι εμείς δεν χρειάζεται να θαυμάσουμε την έκβαση για να το πάρουμε στα σοβαρά.
Η διαφωνία που δεν πρέπει να λειανθεί
Ο Λιαντίνης ασκεί έντονη κριτική στη θρησκεία και στη χρήση του φόβου του θανάτου. Οι απόψεις του για Ελληνισμό και Χριστιανισμό συναντούν αναγνώστες που αισθάνονται απελευθέρωση και άλλους που αντιδρούν βαθιά. Η σύγκρουση δεν λύνεται αν βαφτίσουμε όλες τις θέσεις του αλάνθαστες ή αν τις απορρίψουμε πριν τις διαβάσουμε. Χρειάζεται να διατυπώνεται κάθε φορά το ακριβές ερώτημα. Άλλο η κριτική ενός θεσμού, άλλο μια θεολογική πρόταση και άλλο η προσωπική ανάγκη ενός ανθρώπου να πιστεύει.
Υπάρχουν επίσης πολιτισμικές γενικεύσεις στη γραφή του που δεν οφείλουμε να υιοθετήσουμε. Η ιστορία πραγματικών ανθρώπων και παραδόσεων δεν χωρά σε μια απόλυτη αντίθεση ανάμεσα σε φωτεινούς και σκοτεινούς πολιτισμούς. Η αναγνώριση ενός τέτοιου ορίου δεν ακυρώνει ό,τι δημιουργικό συναντήσαμε προηγουμένως. Μας βγάζει από τη λογική της οπαδικής υπεράσπισης. Μπορούμε να μάθουμε από έναν συγγραφέα χωρίς να τον κάνουμε δικαστή ολόκληρης της ιστορίας και χωρίς να ζητάμε από όλους να χωρέσουν στην ίδια ταξινόμηση.
Ίσως εδώ κρίνεται αν διαβάζουμε φιλοσοφία ή αν αναζητούμε έναν καινούργιο αδιαμφισβήτητο οδηγό. Η ισχυρή φωνή μπορεί να μας ξυπνήσει και μπορεί επίσης να μας κοιμίσει μέσα στην έντασή της. Η διαφορά βρίσκεται στην επόμενη κίνηση. Ανοίγουμε χώρο για μια αντίρρηση; Εξετάζουμε τον συλλογισμό πίσω από την ωραία πρόταση; Αντέχουμε να μείνει ένα ερώτημα χωρίς έτοιμη απάντηση; Έτσι η συνάντηση με τον Λιαντίνη μπορεί να συνεχιστεί πέρα από τον θαυμασμό και την αγανάκτηση.
Το γράμμα και τα επτά χρόνια που ακολούθησαν
Η επιστολή προς τη Διοτίμα συνδέει την αποχώρηση με μια διαμαρτυρία για τον κόσμο που οι ενήλικοι αφήνουν στις επόμενες γενιές. Περιέχει συγχρόνως οικογενειακές αναφορές και συμβολική γλώσσα. Το δημόσιο και το ιδιωτικό βρίσκονται στην ίδια σελίδα. Αυτό εξηγεί μέρος της έντασης με την οποία διαβάστηκε: ο καθένας μπορούσε να συναντήσει το δικό του κεντρικό θέμα. Άλλος την κοινωνική καταγγελία, άλλος τη φιλοσοφική χειρονομία, άλλος τον αποχαιρετισμό. Το γράμμα όμως δεν μας παραδίδει όλη την εσωτερική ζωή του αποστολέα του.
Καθώς περνούσε ο χρόνος χωρίς δημόσια λύση, οι πιθανές συνέχειες πολλαπλασιάζονταν. Κυκλοφόρησαν ιστορίες για ζωή στο εξωτερικό, για απόσυρση, για κρυφές γνώσεις και μελλοντική επιστροφή. Μερικές χρησιμοποιούσαν τον ίδιο τον χαρακτήρα του έργου του ως κινητήρα: αν ο άνθρωπος ήταν ασυνήθιστος, θα είχε και ασυνήθιστη έξοδο. Η λογική είναι αφηγηματικά ισχυρή. Χαρίζει συνοχή εκεί όπου οι πληροφορίες λείπουν. Η ανθρώπινη ιστορία, όμως, δεν υποχρεώνεται να ακολουθήσει το είδος του μυθιστορήματος που μας συγκινεί περισσότερο.
Η ιδέα μιας μυστικής νέας ζωής έχει ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό πλεονέκτημα: αφήνει ανοιχτή την επιστροφή. Για τον θεατή προσφέρει συνέχεια· για τους κοντινούς ανθρώπους η εκκρεμότητα μπορεί να παρατείνει μια οδυνηρή αναμονή. Δεν χρειάζεται να μαντέψουμε τι ένιωσε κάθε μέλος της οικογένειας για να αναγνωρίσουμε ότι η δημόσια περιέργεια και η ιδιωτική απώλεια δεν βιώνουν τον ίδιο χρόνο. Όταν ένα όνομα γίνεται υπόθεση, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι για τους οποίους παραμένει πατέρας, σύζυγος, αδελφός, φίλος.
Το 2005 η ιστορία απέκτησε υλικό βάρος
Ο εντοπισμός των λειψάνων στον Ταΰγετο, με τη συμβολή του συγγενή Παναγιώτη Νικολακάκου, άλλαξε την υπόθεση. Οι αφηγήσεις για γνώση του τόπου και προηγούμενη συμφωνία σιωπής ανήκουν στη βιογραφική έρευνα. Η εξέταση των ευρημάτων είναι άλλος κρίκος. Το ρεπορτάζ της 7ης Ιουλίου 2005 καταγράφει την αναγνώριση προσωπικών αντικειμένων και την αναμονή του γενετικού αποτελέσματος. Η λεπτομέρεια έχει σημασία: δεν γνωρίστηκαν όλα ταυτόχρονα. Η βεβαιότητα σχηματίστηκε μέσα από διαδοχικές πράξεις, όχι από μια μοναδική δραματική αποκάλυψη.
Στο δημόσια αναρτημένο αντίγραφο της ιατροδικαστικής έκθεσης καταγράφονται η ανεύρεση, η εξέταση και τα στοιχεία αναγνώρισης. Χωριστή εργαστηριακή έκθεση αφορά τη γενετική συμβατότητα με οικογενειακά δείγματα. Η οδοντιατρική και η γενετική εξέταση στηρίζουν την ταυτότητα των λειψάνων. Το διαθέσιμο ιατροδικαστικό κείμενο δεν ορίζει συγκεκριμένη τελική αιτία θανάτου. Αυτή είναι η κομβική διάκριση: η αναγνώριση ενός ανθρώπου και η πλήρης ανασύνθεση των τελευταίων του ωρών είναι διαφορετικά ερωτήματα. Η απάντηση στο πρώτο δεν καταργεί αυτομάτως τα κενά του δεύτερου.
Από αυτή τη διαφορά γεννήθηκε και χώρος για νέες υποψίες. Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί για εγκληματική ενέργεια, όμως η ερώτηση δεν δημιουργεί δράστη ούτε σχέδιο. Χρειάζεται συγκεκριμένο εύρημα που να τη στηρίζει. Αντίστοιχα, η έλλειψη πλήρους γνώσης δεν επαναφέρει όλες τις προηγούμενες εκδοχές στην ίδια αφετηρία. Η ιστορία έχει κινηθεί: υπάρχουν πλέον ευρήματα που κάθε νέα εξήγηση οφείλει να αντιμετωπίσει. Η έρευνα προχωρά όταν αλλάζει μαζί με τα δεδομένα, ακόμη κι αν δεν φθάνει στο τέλος που θα επιθυμούσαμε.
Πώς ένα αίνιγμα ταξίδεψε μέχρι τον Σείριο
Οι πιο εξωτικές αφηγήσεις μίλησαν για εξωγήινους από τον Σείριο και για αποϋλοποίηση. Αυτές οι ιστορίες έχουν πράγματι δημοσιευτεί· δεν συνοδεύονται από αντίστοιχα ευρήματα που να τις μετατρέπουν σε εξήγηση της υπόθεσης. Το ενδιαφέρον τους βρίσκεται αλλού: προσφέρουν έναν προορισμό έξω από την κοινή ανθρώπινη έκβαση. Ένας χαρισματικός δάσκαλος δεν χάνεται, υποτίθεται, αλλά περνά σε μια άλλη περιοχή γνώσης. Η αφήγηση διατηρεί τη μοναδικότητά του καταργώντας τους περιορισμούς που ο ίδιος μελετούσε τόσο επίμονα.
Εδώ αναδύεται μια πραγματική αντίφαση που αξίζει περισσότερο από την εξωτική εικόνα. Ένα έργο που αναμετριέται με τη φύση και την περατότητα μπορεί να μετατραπεί από τους αναγνώστες του σε υπόσχεση ότι ο δημιουργός ξέφυγε από τη φύση και την περατότητα. Ο άνθρωπος γίνεται το αντίθετο της ερώτησής του. Δεν εξηγούμε έτσι όλους όσοι γοητεύτηκαν από αυτές τις ιστορίες. Βλέπουμε όμως πόσο εύκολα η επιθυμία μας για εξαίρεση μπορεί να μετακινήσει το νόημα ενός ολόκληρου έργου.
Υπήρξε και λιγότερο φανταστικός τρόπος να μεγαλώνει το μυστήριο: η παλιά είδηση της ανεύρεσης ανακυκλοφόρησε αργότερα σαν καινούργια εξέλιξη. Η ημερομηνία αναδημοσίευσης σκέπασε την ημερομηνία του γεγονότος. Χωρίς να έχει προστεθεί νέο περιστατικό, δημιουργήθηκε ξανά αίσθηση αποκάλυψης. Αυτή είναι μια αποκάλυψη για εμάς τους αναγνώστες: μερικές υποθέσεις παραμένουν διαρκώς νέες επειδή χάνουμε τη χρονολογία τους. Το ίδιο κείμενο επιστρέφει και μοιάζει να ζητά από την αρχή τις απαντήσεις που η ιστορία έχει ήδη εν μέρει δώσει.
Η επιστροφή από το βουνό στα βιβλία
Αν ξεκινήσαμε από μια αίθουσα που περίμενε τον καθηγητή της, μπορούμε να επιστρέψουμε εκεί χωρίς να προσποιηθούμε ότι η απουσία θεραπεύτηκε. Ο δάσκαλος παραμένει διαθέσιμος με έναν διαφορετικό τρόπο: στις λέξεις, στα ερωτήματα, στις ερμηνείες που μπορεί ακόμη να προκαλούν αντίδραση. Το Homo Educandus ανοίγει την ευθύνη της αγωγής. Το Χάσμα σεισμού και Ο Νηφομανής οδηγούν σε ποιητές που νομίζαμε γνωστούς. Η Γκέμμα απαιτεί αργή ανάγνωση, ιδιαίτερα εκεί όπου μια δυνατή φράση κινδυνεύει να καταπιεί τον συλλογισμό της.
Η πραγματική περιπέτεια συνεχίζεται όταν ο αναγνώστης μετακινείται από την εικόνα στην εργασία της σκέψης. Να βρει το συμφραζόμενο ενός δημοφιλούς αποφθέγματος. Να συγκρίνει τον Σολωμό με την ανάγνωση του Λιαντίνη. Να ρωτήσει αν μια γενίκευση αντέχει. Να κρατήσει μια ιδέα που τον βοηθά να διδάξει, να αγαπήσει, να χρησιμοποιήσει διαφορετικά τον χρόνο του. Αυτές οι κινήσεις δεν έχουν το θέαμα μιας εξαφάνισης. Μπορούν όμως να έχουν διάρκεια πολύ μεγαλύτερη από τον κύκλο μιας εντυπωσιακής ιστορίας.
Ο Λιαντίνης που συναντάμε έτσι παραμένει δύσκολος: Έλληνας δάσκαλος, μελετητής, πατέρας, ποιητικός στοχαστής, συγγραφέας με θέσεις που προκαλούν έλξη και αντίρρηση. Ο Ταΰγετος δεν εξηγεί μόνος του τη ζωή του και η ζωή του δεν μετατρέπει τον Ταΰγετο σε προορισμό. Το πιο ουσιαστικό νήμα που μπορούμε να πάρουμε από αυτή τη διαδρομή μάς φέρνει πίσω στους ανθρώπους: πώς να ζούμε με περισσότερη επίγνωση του χρόνου και περισσότερη ευθύνη απέναντι σε όσους συνεχίζουν να βρίσκονται δίπλα μας.






