Ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα: 86η θέση σε 180 χώρες και το κόστος για τον πολίτη
Η κατάταξη βελτιώθηκε κατά τρεις θέσεις, αλλά η συνολική βαθμολογία υποχώρησε. Η αντίφαση δείχνει γιατί ένας αριθμός δεν αρκεί και γιατί η ελευθερία της ενημέρωσης αφορά άμεσα την τσέπη, την ψήφο και την ασφάλεια κάθε πολίτη.

Ελευθερία του Τύπου Ελλάδα 2026: Η Ελλάδα βρίσκεται στην 86η θέση ανάμεσα σε 180 χώρες στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου για το 2026, με βαθμολογία 55,05 στα 100. Το 2025 ήταν 89η με 55,37 βαθμούς. Η άνοδος τριών θέσεων δεν σημαίνει ουσιαστική βελτίωση, επειδή η απόλυτη βαθμολογία μειώθηκε και η θέση μιας χώρας επηρεάζεται και από την πορεία όλων των υπολοίπων. Ο δείκτης των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα είναι αξιολόγηση διεθνούς οργανισμού, όχι δικαστική απόφαση ούτε αλάνθαστη μέτρηση. Τα ευρήματά του, όμως, δεν μπορούν να απορριφθούν με ένα σύνθημα. Ακουμπούν πραγματικές και καταγεγραμμένες υποθέσεις: συγκέντρωση ιδιοκτησίας, οικονομική εξάρτηση, αγωγές κατά δημοσιογράφων, παρακολουθήσεις, βία και εκκρεμή ερωτήματα για τη δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ. Όταν η ενημέρωση φοβάται ή εξαρτάται, ο πολίτης αποφασίζει με λιγότερα στοιχεία και η εξουσία ελέγχεται λιγότερο.
Ελευθερία του Τύπου Ελλάδα 2026: Τι λένε τα στοιχεία και τι δεν πρέπει να συμπεράνουμε
Η RSF αξιολογεί πέντε πεδία. Για την Ελλάδα το 2026 ο πολιτικός δείκτης βρίσκεται στην 94η θέση με 42,99 βαθμούς, ο οικονομικός στην 129η με 34,84, ο νομικός στην 73η με 63,82, ο κοινωνικός στην 126η με 48,89 και ο δείκτης ασφάλειας στην 72η με 84,73. Η μεγαλύτερη αδυναμία εμφανίζεται στο οικονομικό περιβάλλον των μέσων και ακολουθούν το κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο.
Γεγονός είναι οι αριθμοί του δείκτη. Εκτίμηση της RSF είναι ότι η ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα περνά συστημική κρίση από το 2021. Ο οργανισμός συνδέει την εικόνα με την ανεξιχνίαστη ακόμη δολοφονία Καραϊβάζ, την υπόθεση παρακολουθήσεων δημοσιογράφων, τη χρήση καταχρηστικών αγωγών και την υψηλή συγκέντρωση ιδιοκτησίας. Αυτοί οι ισχυρισμοί χρειάζονται θεσμική απάντηση με στοιχεία για κάθε υπόθεση, όχι γενική αποδοχή ή γενική απόρριψη.
Η μικρή μεταβολή από την 89η στην 86η θέση μπορεί να δημιουργήσει λανθασμένη εντύπωση προόδου. Η βαθμολογία έπεσε από 55,37 σε 55,05. Αυτό σημαίνει ότι η σχετική κατάταξη βελτιώθηκε ενώ η αποτίμηση του ίδιου του περιβάλλοντος επιδεινώθηκε οριακά. Ο δείκτης είναι προειδοποιητικό εργαλείο, όχι πιστοποιητικό αθωότητας ή καταδίκης.
Η ελευθερία του Τύπου δεν μετριέται από το πόσα μέσα εκπέμπουν, αλλά από το αν μπορούν να ερευνούν χωρίς φόβο, εξάρτηση και επιλεκτική τιμωρία.
Ιδιοκτησία, χρήμα, αγωγές και παρακολουθήσεις
Η πληθώρα ιστοσελίδων δεν εγγυάται πλουραλισμό όταν οι βασικές πηγές χρηματοδότησης, η ιδιοκτησία και η πρόσβαση στην πολιτική εξουσία συγκεντρώνονται. Η RSF περιγράφει μια κατακερματισμένη αγορά με ισχυρούς ομίλους που δραστηριοποιούνται και σε άλλους ρυθμιζόμενους κλάδους. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας επιχειρηματίας κατέχει μέσο. Είναι ότι ο πολίτης συχνά δεν μπορεί να γνωρίζει με καθαρό τρόπο ποια οικονομικά συμφέροντα, κρατικές συμβάσεις ή ροές διαφήμισης συνδέονται με την ενημέρωση που καταναλώνει.
Η κρατική διαφήμιση και κάθε δημόσια χρηματοδότηση πρέπει να κατανέμονται με δημοσιευμένα, μετρήσιμα κριτήρια, πλήρη ποσά και πραγματικούς δικαιούχους. Χωρίς τέτοια διαφάνεια, δημιουργείται εύλογη υποψία ότι το δημόσιο χρήμα μπορεί να επιβραβεύει τη φιλική κάλυψη ή να τιμωρεί την κριτική. Η υποψία δεν είναι απόδειξη για κάθε μέσο. Είναι λόγος να ανοίξουν τα δεδομένα ώστε η κοινωνία να μπορεί να ελέγξει.
Οι καταχρηστικές αγωγές, γνωστές ως SLAPP, δεν χρειάζεται να κερδηθούν στο δικαστήριο για να πετύχουν τον σκοπό τους. Το κόστος, ο χρόνος και ο φόβος μπορούν να σταματήσουν μια έρευνα πριν δημοσιευτεί. Η Human Rights Watch κατέγραψε τουλάχιστον 15 δημοσιογράφους που αντιμετώπισαν νομικές απειλές ή αγωγές στην έρευνά της. Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε τη συνολική κριτική και υποστήριξε ότι έχουν γίνει βελτιώσεις. Η διαφορά αυτή πρέπει να κριθεί με εφαρμοσμένους νόμους, δικαστικά δεδομένα και ανεξάρτητο έλεγχο.

Γιατί το πρόβλημα φτάνει στην καθημερινότητα του πολίτη
Όταν μια σύμβαση, μια υπερκοστολόγηση, μια σύγκρουση συμφερόντων ή μια αστοχία δημόσιας πολιτικής δεν ερευνάται έγκαιρα, το κόστος δεν μένει μέσα σε ένα newsroom. Περνά στους φόρους, στις τιμές, στις δημόσιες υπηρεσίες και στις ζωές ανθρώπων. Η ελεύθερη δημοσιογραφία δεν είναι επαγγελματικό προνόμιο των δημοσιογράφων. Είναι μηχανισμός έγκαιρης προειδοποίησης για ολόκληρη την κοινωνία.
Η χαμηλή εμπιστοσύνη δημιουργεί δεύτερο κίνδυνο. Ο πολίτης που θεωρεί όλα τα μέσα κατευθυνόμενα στρέφεται ευκολότερα σε ανώνυμους λογαριασμούς, αποσπασματικά βίντεο και ισχυρισμούς χωρίς τεκμηρίωση. Έτσι η πραγματική χειραγώγηση δεν αντιμετωπίζεται, αλλά πολλαπλασιάζεται. Η λύση δεν είναι να ζητήσουμε τυφλή εμπιστοσύνη. Είναι να απαιτήσουμε διαφανή ιδιοκτησία, επώνυμες διορθώσεις, ορατές πηγές και σαφή διάκριση είδησης, ανάλυσης και άποψης.
Η αναξιοκρατία που αφήνει την ικανότητα στην ουρά συνδέεται με το ίδιο έλλειμμα λογοδοσίας. Και η δημοκρατία χωρίς ουσιαστική αντιπροσώπευση γίνεται ακόμη πιο αδύναμη όταν ο πολίτης δεν διαθέτει αξιόπιστη πληροφορία για να ελέγξει εκείνους που αποφασίζουν.
Τι μπορεί να αλλάξει με μετρήσιμη λογοδοσία
Η πρώτη λύση είναι ένα πλήρες και εύχρηστο μητρώο πραγματικής ιδιοκτησίας των μέσων, με συνδεδεμένες εταιρείες, δημόσιες συμβάσεις και κρατική διαφήμιση. Η δεύτερη είναι γρήγορη ενσωμάτωση και εφαρμογή ουσιαστικής προστασίας κατά των SLAPP, με δυνατότητα πρώιμης απόρριψης καταχρηστικών αγωγών και κάλυψη του κόστους για τον εναγόμενο. Η τρίτη είναι ανεξάρτητος μηχανισμός προστασίας δημοσιογράφων με δημόσια στατιστικά για επιθέσεις, απειλές και πορεία ερευνών.
Χρειάζονται επίσης ισχυρές εγγυήσεις για την ανεξαρτησία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, πλήρης δικαστικός έλεγχος των παρακολουθήσεων, ταχεία διαλεύκανση εγκλημάτων κατά δημοσιογράφων και εκπαίδευση των πολιτών στην επαλήθευση πηγών. Κανένα από αυτά δεν εξασφαλίζει από μόνο του καλή δημοσιογραφία. Δημιουργεί όμως τις συνθήκες ώστε η καλή δημοσιογραφία να μπορεί να επιβιώσει.
Θα αρκεστούμε στην αντιπαράθεση για μια διεθνή κατάταξη ή θα απαιτήσουμε δημόσια δεδομένα που να αποδεικνύουν ποιος χρηματοδοτεί, ποιος πιέζει και ποιος λογοδοτεί για την ενημέρωση; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






