Το Μεγάλο μας Τσίρκο: Όταν η χώρα έγινε θέαμα και οι πολίτες χειροκροτητές
Μια χώρα δεν χάνει μόνο όταν την κοροϊδεύουν. Χάνει περισσότερο όταν συνηθίζει την κοροϊδία και συνεχίζει να παρακολουθεί.

Το μεγάλο μας τσίρκο: Υπάρχουν εποχές που μια κοινωνία πονάει, αντιδρά, φωνάζει και αλλάζει πορεία. Υπάρχουν όμως και εποχές που η ίδια κοινωνία μαθαίνει να ζει μέσα στο θέαμα, μέσα στην αποστροφή, μέσα στην ειρωνεία, μέσα σε ένα μόνιμο σκηνικό παρακμής, σαν να παρακολουθεί παράσταση και όχι την ίδια της τη ζωή.
Το μεγάλο μας τσίρκο: Η χώρα ως μόνιμη παράσταση
Και κάπου εκεί γεννιέται το πιο επικίνδυνο φαινόμενο όλων:
Το μεγάλο μας τσίρκο.
Μια χώρα που μοιάζει να έχει μετατραπεί σε ατελείωτη παράσταση.
Πολιτικοί που υποδύονται τους σωτήρες.
Δημοσιογράφοι που υποδύονται τους ελεγκτές.
«Αντισυστημικοί» που υποδύονται τους επαναστάτες.
Ειδικοί που γνωρίζουν τα πάντα πριν ακόμη εμφανιστούν τα στοιχεία.
Πολίτες που υποδύονται τους αγανακτισμένους.
Και μια ολόκληρη κοινωνία που καθημερινά παρακολουθεί, θυμώνει, σχολιάζει, ειρωνεύεται, χειροκροτεί ή αποδοκιμάζει, αλλά σπάνια σηκώνεται πραγματικά από τη θέση της.
Το τσίρκο δεν λειτουργεί μόνο επειδή υπάρχουν άνθρωποι επάνω στη σκηνή.
Λειτουργεί επειδή υπάρχουν άνθρωποι στις κερκίδες.
Η χώρα ως μόνιμη παράσταση
Δεν πρόκειται απλώς για έναν τίτλο. Πρόκειται για την καθημερινή πραγματικότητα μιας χώρας που μετατρέπει τα πιο σοβαρά ζητήματα σε τηλεοπτικά πλάνα, τα πιο σκληρά αδιέξοδα σε πολιτικές ατάκες, τις πιο βαθιές πληγές σε διαφημισμένα θεάματα λίγων ημερών.
Η ακρίβεια γίνεται πάνελ.
Η ανασφάλεια γίνεται τίτλος ειδήσεων.
Η ιστορία γίνεται αντικείμενο κατανάλωσης.
Η οργή γίνεται story στα social media.
Η καταστροφή γίνεται τηλεοπτική σύνδεση.
Η ανθρώπινη απώλεια γίνεται αριθμός στο κάτω μέρος της οθόνης.
Και ο πολίτης, αντί να σταθεί απέναντι σε όλο αυτό, κάθεται στις κερκίδες και χειροκροτεί πότε τον έναν και πότε τον άλλον θίασο.
Στο κέντρο της σκηνής βρίσκονται οι επαγγελματίες του θεάματος της εξουσίας. Πολιτικοί που μιλούν σαν να πρωταγωνιστούν σε σενάριο, δημοσιογράφοι που δεν ερευνούν αλλά σκηνοθετούν, δημόσια πρόσωπα που αλλάζουν ρόλο ανάλογα με το ακροατήριο και την ανάγκη της στιγμής.
Όλα μοιάζουν καλοστημένα.
Οι ίδιες αντιπαραθέσεις.
Οι ίδιες ψεύτικες συγκρούσεις.
Οι ίδιες ελεγχόμενες εκρήξεις.
Οι ίδιες ανακυκλωμένες υποσχέσεις.
Οι ίδιοι άνθρωποι που διαφωνούν έντονα μπροστά στις κάμερες και λίγο αργότερα κινούνται μέσα στο ίδιο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον.
Σαν να μην έχει σημασία η αλήθεια, αλλά το ποιος θα παίξει καλύτερα τον ρόλο του μπροστά στην κάμερα.
Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτό το τσίρκο δεν λειτουργεί χωρίς κοινό.
Και το κοινό είμαστε εμείς.
Εμείς που αγανακτούμε για λίγα λεπτά και μετά συνεχίζουμε σαν να μη συνέβη τίποτα.
Εμείς που ξέρουμε πως υπάρχει διαφθορά, πως υπάρχουν μηχανισμοί επιρροής, πως η αξιοκρατία πολλές φορές δεν υπάρχει, πως το κράτος δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο για όλους, και παρ’ όλα αυτά μένουμε στην καταγγελία του καφενείου και στην επανάσταση του πληκτρολογίου.
Εμείς που σχολιάζουμε τα πάντα, ειρωνευόμαστε τους πάντες, αλλά σπάνια αναλαμβάνουμε το βάρος της δικής μας ευθύνης.
Όταν η κοροϊδία γίνεται κανονικότητα
Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι μας κοροϊδεύουν. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε την κοροϊδία.
Έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε τη σήψη σαν κανονικότητα.
Να θεωρούμε φυσιολογικό να αλλάζουν όλα προς το χειρότερο και εμείς να το βαφτίζουμε εξέλιξη.
Να αποδεχόμαστε την αισθητική της παρακμής σαν καθημερινό περιβάλλον.
Να ακούμε ψέματα και να λέμε:
«Έτσι είναι όλοι».
Να βλέπουμε αδικίες και να απαντάμε:
«Τίποτα δεν αλλάζει».
Να μετατρέπουμε την απογοήτευση σε παθητικότητα.
Όταν ένα σκάνδαλο δεν προκαλεί πλέον έκπληξη αλλά μόνο ειρωνικά σχόλια, το σύστημα έχει ήδη κερδίσει.
Όταν μια καταγγελία αντιμετωπίζεται σαν ακόμη ένα επεισόδιο μιας ατελείωτης σειράς, η κοινωνία έχει ήδη αρχίσει να χάνει την ικανότητα της ουσιαστικής αντίδρασης.
Όταν ο πολίτης ακούει για αδιαφάνεια και σκέφτεται «κάποιος θα τα πήρε πάλι», χωρίς να ζητά έγγραφα, ονόματα, αποφάσεις, συμβάσεις και συνέπειες, τότε η διαφθορά δεν κερδίζει μόνο χρήματα.
Κερδίζει τη συνείδηση της κοινωνίας.
Καταφέρνει να παρουσιάσει το αφύσικο σαν φυσιολογικό.
Και όταν το αφύσικο γίνει φυσιολογικό, δεν χρειάζεται πια κανείς να το κρύψει.
Μπορεί να γίνεται μπροστά στα μάτια μας.

Υπερπληροφόρηση χωρίς συνείδηση
Το τσίρκο αυτό τρέφεται από την υπερπληροφόρηση και την επιφανειακή κατανάλωση.
Κάθε μέρα δεκάδες ειδήσεις, σκάνδαλα, συγκρούσεις, αναλύσεις, βίντεο, αποκαλύψεις και μισές αλήθειες περνούν μπροστά από τα μάτια μας με τόσο μεγάλη ταχύτητα, ώστε τίποτα να μη μένει μέσα μας αρκετά ώστε να γίνει συνείδηση.
Το ένα θέμα σβήνει το άλλο.
Το ένα σοκ καλύπτει το προηγούμενο.
Η μία τραγωδία αντικαθίσταται από την επόμενη.
Η μία καταγγελία χάνεται κάτω από μια νέα πολιτική σύγκρουση.
Η αλήθεια θρυμματίζεται σε μικρά, καταναλώσιμα αποσπάσματα.
Έτσι, αντί να διαμορφώνεται πολίτης, διαμορφώνεται θεατής.
Και ο θεατής, όταν κουραστεί, αλλάζει κανάλι.
Το ίδιο μοτίβο υπάρχει και στην ίδια την κοινωνική συμπεριφορά. Ζούμε πιο κοντά από ποτέ ψηφιακά, αλλά πιο απομονωμένοι από ποτέ ανθρώπινα.
Νοιαζόμαστε περισσότερο για την εικόνα των πραγμάτων παρά για την ουσία τους.
Θέλουμε ατάκες, όχι σκέψη.
Εντυπώσεις, όχι βάθος.
Θόρυβο, όχι αλήθεια.
Θέλουμε να ξέρουμε ποιος «νίκησε» σε μια τηλεοπτική αντιπαράθεση, αλλά όχι ποια στοιχεία παρουσίασε.
Θέλουμε να δούμε ποιος προσέβαλε καλύτερα τον αντίπαλο, όχι ποιος πρότεινε κάτι εφαρμόσιμο.
Θέλουμε να αισθανθούμε για λίγα λεπτά ότι η δική μας πλευρά επικράτησε.
Και μετά συνεχίζουμε την ίδια ζωή, με τα ίδια προβλήματα και την ίδια αδυναμία.
Γι’ αυτό και το τσίρκο θριαμβεύει.
Γιατί ξέρει καλά πως μια κοινωνία που δεν σκέφτεται σε βάθος χειραγωγείται εύκολα σε πλάτος.
Η δημοκρατία ως τηλεοπτικό προϊόν
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η ίδια η δημοκρατία αδειάζει από περιεχόμενο.
Όταν οι θεσμοί λειτουργούν σαν σκηνικά και οι πολίτες σαν κοινό, τότε η πολιτική δεν είναι συμμετοχή αλλά κατανάλωση.
Ο πολίτης δεν επιλέγει με κριτήριο.
Επιλέγει με θυμό.
Με συνήθεια.
Με φόβο.
Με κομματική ταύτιση.
Με προσωπικό συμφέρον.
Με επικοινωνιακή κόπωση.
Ή απλώς με την επιθυμία να τιμωρήσει κάποιον.
Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που μοιάζει να κινείται, αλλά στην πραγματικότητα περιστρέφεται γύρω από το ίδιο κέντρο παρακμής.
Οι κυβερνήσεις αλλάζουν.
Τα πρόσωπα αλλάζουν.
Τα συνθήματα ανανεώνονται.
Τα λογότυπα εκσυγχρονίζονται.
Όμως οι βαθιές λειτουργίες παραμένουν συχνά ίδιες.
Πελατειακές σχέσεις.
Πολιτική εξάρτηση.
Επιλεκτική δικαιοσύνη.
Αδιαφάνεια.
Υπερσυγκέντρωση εξουσίας.
Μέσα ενημέρωσης οικονομικά ή πολιτικά εξαρτημένα.
Πολίτες που ζητούν ισότητα, αλλά ταυτόχρονα αναζητούν προσωπική εξαίρεση.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η δημοκρατία κινδυνεύει να περιοριστεί στην κάλπη.
Ψηφίζουμε μία φορά κάθε λίγα χρόνια και στη συνέχεια παραδίδουμε το δικαίωμα του ελέγχου.
Παρακολουθούμε τις αποφάσεις σαν να πρόκειται για ξένη χώρα.
Σχολιάζουμε τις συνέπειες χωρίς να απαιτούμε τα στοιχεία που οδήγησαν σε αυτές.
Και όταν εμφανίζεται το επόμενο πρόβλημα, συμπεριφερόμαστε σαν να μην υπήρξαν ποτέ προηγούμενες υποσχέσεις, αποφάσεις και ευθύνες.
Μια δημοκρατία χωρίς μνήμη γίνεται εύκολα θέατρο.
Γιατί κάθε νέος πρωταγωνιστής μπορεί να εμφανιστεί ως σωτήρας, εφόσον το κοινό έχει ήδη ξεχάσει τους προηγούμενους.
Ο αλγόριθμος έγινε ο νέος θιασάρχης
Το μεγάλο μας τσίρκο δεν περιορίζεται πια στην τηλεόραση.
Έχει περάσει στο κινητό μας.
Και εκεί δεν υπάρχει απλώς σκηνοθέτης.
Υπάρχει αλγόριθμος.
Ο αλγόριθμος δεν ενδιαφέρεται αν κάτι είναι αληθινό, σοβαρό ή χρήσιμο.
Ενδιαφέρεται αν σε κρατά μπροστά στην οθόνη.
Ο θυμός σε κρατά.
Ο φόβος σε κρατά.
Η προσβολή σε κρατά.
Η θεωρία που επιβεβαιώνει αυτά που ήδη πιστεύεις σε κρατά.
Η εικόνα που σε σοκάρει σε κρατά.
Η υπερβολή σε κρατά.
Άρα αυτά θα σου δείξει περισσότερο.
Κάθε φορά που θυμώνεις με ένα βίντεο, ο αλγόριθμος καταλαβαίνει ότι βρήκε κάτι που τραβά την προσοχή σου.
Και σου δίνει άλλο ένα.
Μετά άλλο ένα.
Μέχρι να δημιουργηθεί γύρω σου ένας ολόκληρος κόσμος οργής, φόβου, απογοήτευσης και βεβαιότητας ότι όλα καταρρέουν.
Δεν χρειάζεται να σε πείσει κάποιος με επιχειρήματα.
Αρκεί να σε εξαντλήσει συναισθηματικά.
Γιατί ένας εξαντλημένος πολίτης είναι εύκολος πολίτης.
Δεν ερευνά.
Δεν οργανώνεται.
Δεν διαβάζει μεγάλα κείμενα.
Δεν συγκρίνει πηγές.
Δεν χτίζει.
Δεν συνεργάζεται.
Απλώς θυμώνει.
Και μετά περιμένει την επόμενη δόση θυμού.
Η εξουσία δεν φοβάται τον θυμωμένο θεατή που γράφει ένα σχόλιο.
Φοβάται τον ενημερωμένο πολίτη που θυμάται, ελέγχει, οργανώνεται και επιμένει.
Οι κρίσεις έγιναν επεισόδια μιας ατελείωτης σειράς
Μια φωτιά.
Μια πλημμύρα.
Ένα δυστύχημα.
Ένα σκάνδαλο.
Μια παραίτηση.
Μια μεγάλη καταγγελία.
Για λίγες ημέρες η χώρα συγκλονίζεται.
Οι κάμερες πηγαίνουν παντού.
Οι πολιτικοί εκφράζουν θλίψη.
Οι δημοσιογράφοι αναζητούν ευθύνες.
Τα social media γεμίζουν οργή.
Και μετά;
Έρχεται το επόμενο θέμα.
Οι κάμερες φεύγουν.
Η κοινωνία επιστρέφει στην καθημερινότητά της.
Οι υποσχέσεις μένουν χωρίς έλεγχο.
Τα πορίσματα καταλήγουν σε συρτάρια.
Οι ευθύνες διαχέονται.
Και το σύστημα περιμένει απλώς να περάσει ο χρόνος.
Αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του σύγχρονου θεάματος.
Δεν χρειάζεται πάντα να αποδείξει ότι δεν υπάρχει ευθύνη.
Αρκεί να περιμένει να κουραστεί η κοινωνία.
Να εμφανιστεί ένα νέο θέμα.
Να μετακινηθεί η προσοχή.
Να σβήσει η μνήμη.
Έτσι οι κρίσεις δεν μετατρέπονται σε γνώση.
Δεν αλλάζουν θεσμούς.
Δεν δημιουργούν ασφαλιστικές δικλίδες.
Δεν οδηγούν πάντοτε σε πραγματικό απολογισμό.
Μετατρέπονται σε επεισόδια μιας σειράς που δεν τελειώνει ποτέ.
Και κάθε επεισόδιο ξεκινά με τη φράση:
«Ποτέ ξανά».
Μέχρι το επόμενο.
Η ψεύτικη σύγκρουση και οι κατασκευασμένοι σωτήρες
Το τσίρκο χρειάζεται αντιπάλους.
Χρειάζεται «καλούς» και «κακούς».
Χρειάζεται εκείνον που θα παρουσιαστεί ως η μοναδική λύση και εκείνον που θα παρουσιαστεί ως η απόλυτη καταστροφή.
Έτσι ο πολίτης παύει να εξετάζει πολιτικές και αρχίζει να ταυτίζεται με πρόσωπα.
Δεν ρωτά:
Τι έκανε;
Τι ψήφισε;
Ποιους εξυπηρέτησε;
Τι αποτέλεσμα είχε;
Ρωτά:
Είναι δικός μας ή δικός τους;
Και εκεί τελειώνει η ουσιαστική πολιτική σκέψη.
Ο κάθε νέος «σωτήρας» εμφανίζεται σαν να μην υπήρξε ποτέ πριν κάποιος άλλος με τις ίδιες υποσχέσεις.
Θα καθαρίσει το σύστημα.
Θα πολεμήσει τη διαφθορά.
Θα επιστρέψει την αξιοπρέπεια.
Θα βάλει τάξη.
Θα συγκρουστεί με τα συμφέροντα.
Ο πολίτης ανακουφίζεται.
Γιατί ο σωτήρας είναι βολικός.
Δεν ζητά από την κοινωνία να αλλάξει βαθιά.
Ζητά μόνο να τον ακολουθήσει.
Και αν αποτύχει, η κοινωνία θα αναζητήσει τον επόμενο.
Το τσίρκο αλλάζει πρωταγωνιστή.
Η παράσταση συνεχίζεται.
Δεν είμαστε μόνο θύματα του συστήματος
Ίσως το πιο δύσκολο είναι να αναγνωρίσουμε τη δική μας ευθύνη.
Γιατί είναι εύκολο να κατηγορήσουμε τους πολιτικούς.
Τα μέσα ενημέρωσης.
Τους επιχειρηματίες.
Τους αλγορίθμους.
Τους ξένους.
Τα κόμματα.
Είναι πολύ δυσκολότερο να κοιτάξουμε τη δική μας συμμετοχή.
Αν καταγγέλλουμε το ρουσφέτι, αλλά ζητάμε γνωστό για να εξυπηρετηθεί το παιδί μας, ποιο σύστημα πολεμάμε;
Αν μιλάμε για αξιοκρατία, αλλά θεωρούμε φυσιολογικό να προηγηθούμε όταν έχουμε πρόσβαση, τι ακριβώς ζητάμε;
Αν εξοργιζόμαστε με τη φοροδιαφυγή των ισχυρών, αλλά θεωρούμε εξυπνάδα τη δική μας μικρότερη παρανομία, πόσο διαφορετικοί είμαστε από εκείνους που κατηγορούμε;
Αν λέμε ότι όλοι οι πολιτικοί είναι ψεύτες, αλλά ψηφίζουμε εκείνον που μας υπόσχεται το μεγαλύτερο προσωπικό όφελος, ποιος συντηρεί το ψέμα;
Το σύστημα δεν κατοικεί μόνο στη Βουλή.
Κατοικεί και μέσα στην κοινωνία.
Σε μικρότερη κλίμακα.
Στις καθημερινές μας επιλογές.
Στην ανοχή μας.
Στις εξαιρέσεις που ζητάμε για τον εαυτό μας.
Στη φράση:
«Όλοι έτσι κάνουν».
Δεν είμαστε μόνο οι άνθρωποι που πληρώνουν το εισιτήριο του τσίρκου.
Είμαστε πολλές φορές και εκείνοι που βοηθούν να στηθεί η σκηνή.
Ποιος κερδίζει από τον πολίτη-θεατή;
Κερδίζει η εξουσία που δεν ελέγχεται.
Κερδίζει το μέσο ενημέρωσης που μετατρέπει την αγανάκτηση σε τηλεθέαση.
Κερδίζει η πλατφόρμα που μετατρέπει τον θυμό σε χρόνο παραμονής και διαφημιστικά έσοδα.
Κερδίζει ο πολιτικός που δεν χρειάζεται να παρουσιάσει έργο, αρκεί να διαχειριστεί σωστά την εικόνα του.
Κερδίζει ο «αντισυστημικός» που δημιουργεί κοινό, αλλά όχι πραγματική πολιτική δύναμη.
Κερδίζει ο επιχειρηματίας που γνωρίζει ότι η κοινωνία θα θυμώσει για λίγες ημέρες και μετά θα ξεχάσει.
Κερδίζει κάθε μηχανισμός που προτιμά τον πολίτη διχασμένο, κουρασμένο, απομονωμένο και μόνιμα απογοητευμένο.
Γιατί ο διχασμένος πολίτης δεν συνεργάζεται.
Ο κουρασμένος δεν ερευνά.
Ο απομονωμένος δεν οργανώνεται.
Ο απογοητευμένος δεν πιστεύει ότι αξίζει να προσπαθήσει.
Και ο άνθρωπος που δεν πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξει τίποτα γίνεται το ιδανικό κοινό.
Φωνάζει.
Καταγγέλλει.
Ειρωνεύεται.
Αλλά παραμένει στη θέση του.
Πώς βγαίνουμε από την κερκίδα;
Αν αυτή η χώρα θέλει πραγματικά να βγει από το μεγάλο της τσίρκο, πρέπει πρώτα να πάψει να απολαμβάνει την παράσταση.
Πρέπει να ξαναμάθει να ενοχλείται ουσιαστικά.
Να θυμάται.
Να συγκρίνει.
Να ελέγχει.
Να ζητά λογαριασμό.
Να ψάχνει πίσω από τις κουρτίνες.
Πρέπει να σταματήσει να ψάχνει σωτήρες και να αρχίσει να ψάχνει ευθύνη.
Να σταματήσει να χειροκροτεί ρόλους και να απαιτήσει πράξεις.
Να σταματήσει να μετράει εντυπώσεις και να αρχίσει να μετράει συνέπειες.
Να κρατά αρχείο των υποσχέσεων.
Να αναζητά δημόσιες αποφάσεις.
Να απαιτεί στοιχεία για το κόστος ενός έργου.
Να γνωρίζει ποιος το ανέλαβε, με ποια διαδικασία και ποιο ήταν το αποτέλεσμα.
Να στηρίζει την ενημέρωση που ερευνά και όχι εκείνη που απλώς επιβεβαιώνει τον θυμό του.
Να επιστρέψει στην τοπική κοινωνία.
Στον δήμο.
Στη γειτονιά.
Στον επαγγελματικό χώρο.
Στη συλλογική δράση.
Η πραγματική αλλαγή συνήθως δεν είναι θεαματική.
Δεν γίνεται viral.
Δεν έχει μουσική υπόκρουση.
Δεν χωρά σε ένα story.
Χτίζεται αργά.
Με συνέπεια.
Με συμμετοχή.
Με ανθρώπους που αρνούνται να κάνουν αυτό που καταγγέλλουν.
Με πολίτες που δεν περιμένουν από κάποιον άλλον να προστατεύσει αυτό που οι ίδιοι εγκατέλειψαν.
Η παράσταση συνεχίζεται όσο ο πολίτης μένει θεατής και δεν απαιτεί πράξεις, συνέπειες και λογοδοσία.
Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΣΚΕΨΗ, Δημοκρατία με πολίτες-θεατές
Γιατί όσο η χώρα μένει σε ρόλο θεατή, το τσίρκο θα συνεχίζεται.
Θα αλλάζουν μόνο τα πρόσωπα, οι ατάκες, τα φώτα και τα σκηνικά.
Η ουσία όμως θα παραμένει ίδια.
Μια κοινωνία καθηλωμένη.
Μια αλήθεια πνιγμένη στον θόρυβο.
Ένα μέλλον που χτίζεται από ανθρώπους που περισσότερο παίζουν παρά υπηρετούν.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν υπάρχει το μεγάλο μας τσίρκο.
Το ερώτημα είναι αν έχουμε καταλάβει ότι μέσα σε αυτό το τσίρκο δεν είμαστε απλοί θεατές.
Είμαστε οι άνθρωποι που πληρώνουν το εισιτήριο με τη ζωή τους, με το μέλλον των παιδιών τους και με την ίδια την αξιοπρέπεια της χώρας.
Και όσο δεν σηκωνόμαστε από τη θέση μας, η παράσταση θα συνεχίζεται.
Το τσίρκο δεν φοβάται τον πολίτη που θυμώνει για λίγα λεπτά.
Δεν φοβάται το σχόλιο.
Δεν φοβάται το θυμωμένο emoji.
Δεν φοβάται την ανάρτηση που θα ξεχαστεί την επόμενη ημέρα.
Φοβάται τον άνθρωπο που θυμάται.
Τον πολίτη που ερευνά.
Τον άνθρωπο που δεν εξαγοράζεται με μία υπόσχεση.
Εκείνον που δεν αλλάζει αλήθεια ανάλογα με το κόμμα που κυβερνά.
Εκείνον που δεν ζητά εξαίρεση για τον εαυτό του.
Εκείνον που δεν χειροκροτεί, αλλά ζητά αποτέλεσμα.
Γιατί το πραγματικό τέλος της παράστασης δεν θα έρθει όταν αλλάξει ο θίασος.
Θα έρθει όταν αδειάσουν οι κερκίδες.
Όταν ο πολίτης πάψει να παρακολουθεί την παρακμή του σαν διασκέδαση.
Όταν σηκωθεί.
Όταν απαιτήσει.
Όταν συμμετάσχει.
Όταν καταλάβει ότι η χώρα δεν είναι σκηνή και η ζωή του δεν είναι επεισόδιο.
Η ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΕΣΑΣ, Διαβάστε. Ελέγξτε. Αποφασίστε.
Το μεγάλο μας τσίρκο δεν στήθηκε σε μία ημέρα.
Χτίστηκε από χρόνια ανοχής, λήθης, πελατειακών σχέσεων, εύκολων υποσχέσεων, επιφανειακής ενημέρωσης και συλλογικής παραίτησης.
Άρα δεν θα τελειώσει με μία ακόμη μεγάλη ομιλία.
Δεν θα τελειώσει με έναν ακόμη σωτήρα.
Δεν θα τελειώσει με μια τηλεοπτική αποκάλυψη.
Θα τελειώσει μόνο όταν αρκετοί άνθρωποι αποφασίσουν ότι δεν θα συνεχίσουν να παίζουν τον ρόλο που τους δόθηκε.
Τα δικά σας συμπεράσματα.
Πίστευε και μη, ερεύνα.
Δες την Πραγματικότητα.
Το κείμενο αποτελεί ενυπόγραφη άποψη. Η θέση του συντάκτη ξεχωρίζει από τα επαληθεύσιμα στοιχεία και τις παραπομπές.






