27.09.2026ΕΛΛΑΔΑ · ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ · ΕΛΣΤΑΤ 25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 12:31 μ.μ.
ΑΡΧΙΚΗ/ΕΛΛΑΔΑ/ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ · ΕΛΣΤΑΤ 25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
ΕΛΛΑΔΑ · ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ · ΕΛΣΤΑΤ 25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Το 54,4% για φαγητό και στέγη: τι αποκαλύπτει ο νέος προϋπολογισμός των φτωχότερων νοικοκυριών

Πέντε στα δέκα ευρώ του φτωχότερου νοικοκυριού φεύγουν πριν αρχίσουν οι υπόλοιπες ανάγκες. Η ΕΛΣΤΑΤ μετρά δαπάνες, όχι «επιτυχία» της οικονομίας: τα ίδια στοιχεία δείχνουν άνοδο αγορών και χαμένη αντοχή.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ · ΕΛΣΤΑΤ 25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ54,4%ΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΣΤΕΓΗ ΣΤΟ ΦΤΩΧΟΤΕΡΟ 20%ΕΟΠ 2025, ανακοίνωση ΕΛΣΤΑΤ 25.09.2026
Το 54,4% για φαγητό και στέγη: τι αποκαλύπτει ο νέος προϋπολογισμός των φτωχότερων νοικοκυριών · Οικογένεια εξετάζει αποδείξεις γύρω από τραπέζι με τρόφιμα · Δες την Πραγματικότητα
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗΤο 54,4% για φαγητό και στέγη: τι αποκαλύπτει ο νέος προϋπολογισμός των φτωχότερων νοικοκυριών · Οικογένεια εξετάζει αποδείξεις γύρω από τραπέζι με τρόφιμα · Δες την Πραγματικότητα

Ερευνα οικογενειακών προϋπολογισμών 2025: Πριν πληρωθεί ένα φροντιστήριο, μια επίσκεψη στον γιατρό ή η επισκευή του χαλασμένου ψυγείου, το φτωχότερο πέμπτο των ελληνικών νοικοκυριών έχει ήδη διαθέσει, κατά μέσο όρο, το 54,4% των καταναλωτικών του δαπανών για τροφή και στέγη. Στο πλουσιότερο πέμπτο το αντίστοιχο μερίδιο είναι 34,5%. Η απόσταση δεν είναι μόνο 19,9 ποσοστιαίες μονάδες σε ένα γράφημα. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε ένα απρόοπτο που απορροφάται και σε ένα απρόοπτο που σπρώχνει έναν άνθρωπο στο χρέος. Το στοιχείο προέρχεται από την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2025, την οποία η ΕΛΣΤΑΤ δημοσίευσε στις 25 Σεπτεμβρίου 2026 μετά από έρευνα σε 5.540 ιδιωτικά νοικοκυριά. Την ίδια ώρα ο μέσος μηνιαίος λογαριασμός αγορών έφθασε τα 1.820,20 ευρώ, αυξημένος 5,5% σε τρέχουσες τιμές. Η αύξηση δαπάνης δεν είναι από μόνη της άνοδος ευημερίας. Για να καταλάβουμε το νόημα, πρέπει να δούμε ποιος πληρώνει, τι στερείται και τι ακριβώς μετρά η στατιστική.

ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑέρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών 2025
ΛΕΞΕΙΣ ΚΛΕΙΔΙΑέρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών 202554,4% τρόφιμα στέγασηφτωχότερο 20% Ελλάδαδαπάνη νοικοκυριών 1820,20 ευρώακρίβεια βασικές ανάγκες
01

Ερευνα οικογενειακών προϋπολογισμών 2025: Η παγίδα του μέσου όρου και τα 19,9 σημεία ανισότητας

Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει μέση ετήσια δαπάνη 21.842,40 ευρώ, δηλαδή 1.820,20 ευρώ τον μήνα. Το 50% των νοικοκυριών ξοδεύει πάνω από 1.414,60 ευρώ τον μήνα. Οι δύο αριθμοί δεν είναι αντίφαση: ο πρώτος είναι μέσος και επηρεάζεται από μεγαλύτερες δαπάνες, ενώ ο δεύτερος κόβει την κατανομή στα δύο. Κανένας τους δεν είναι ο «απαιτούμενος μισθός» μιας οικογένειας. Πρόκειται για αγορές αγαθών και υπηρεσιών νοικοκυριών διαφορετικού μεγέθους, εισοδήματος και περιουσίας.

Το 54,4% και το 34,5% είναι μερίδια της συνολικής δαπάνης κάθε ομάδας. Δεν σημαίνουν ότι ο φτωχός πληρώνει περισσότερα ευρώ από τον πλούσιο για τροφή και σπίτι. Σημαίνουν ότι οι αναγκαίες αγορές καταλαμβάνουν πολύ μεγαλύτερο μέρος του δικού του, μικρότερου προϋπολογισμού. Εδώ βρίσκεται η πολιτική πληροφορία: μια οριζόντια αύξηση στην τιμή του ψωμιού, του ρεύματος ή του ενοικίου είναι αριθμητικά ίδια στο ράφι, αλλά πολύ βαρύτερη στο σπίτι χωρίς αποταμίευση.

Στον γενικό μέσο προϋπολογισμό, τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά αποτελούν 20,4%, η στέγαση 14,7% και οι μεταφορές 13,6%. Μαζί φθάνουν το 48,7%. Το άθροισμα δεν περιγράφει κάθε οικογένεια: ο ιδιοκτήτης χωρίς δάνειο, ο ενοικιαστής σε πόλη και ο κάτοικος χωριού αντιμετωπίζουν διαφορετικές σταθερές δαπάνες. Μια σοβαρή δημόσια συζήτηση πρέπει να αφήσει τον «μέσο Έλληνα» και να εξετάσει αυτές τις διαδρομές.

Το παλαιότερο άρθρο για τον πληθωρισμό και το καλάθι εξηγεί γιατί μια γενική μεταβολή τιμών δεν ισούται με το προσωπικό βίωμα. Η νέα δημοσίευση προσθέτει κάτι διαφορετικό: μετρά την πραγματική κατανομή των αγορών ανά εισοδηματικό τμήμα και δείχνει πού εξαντλείται η δυνατότητα επιλογής.

02

Περισσότερες αγορές, αλλά λιγότερη ελευθερία κινήσεων

Η δαπάνη αυξήθηκε 5,5% σε τρέχουσες τιμές έναντι του 2024. Σε σταθερές τιμές 2024 η ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζει αύξηση 2,9%. Επομένως δεν είναι σωστό να πούμε ότι όλη η αύξηση είναι πληθωρισμός. Δεν είναι όμως σωστό ούτε να μεταφράσουμε αυτόματα το 2,9% σε καλύτερη ζωή: η έρευνα δεν μας λέει αν ένα συγκεκριμένο νοικοκυριό απέκτησε περισσότερα αναγκαία αγαθά ή αναγκάστηκε να αλλάξει την ποιότητα και τη σύνθεση των αγορών του.

Η μέση μηνιαία δαπάνη αυξήθηκε κατά 95,66 ευρώ, από 1.724,54 σε 1.820,20 ευρώ. Το ποσό αυτό δεν είναι αύξηση εισοδήματος και δεν αποδεικνύει ότι οι μισθοί κάλυψαν τη διαφορά. Η ίδια στατιστική δείχνει ότι οι ενοικιαστές δαπανούν κατά μέσο όρο το 23,4% του μηνιαίου τους προϋπολογισμού για στέγαση, από το οποίο το 17,3% αφορά ενοίκιο. Ακόμη και εδώ χρειάζεται προσοχή: πρόκειται για μερίδιο αγορών και όχι για λόγο ενοικίου προς διαθέσιμο εισόδημα, που χρησιμοποιούν άλλοι δείκτες.

Ο δεύτερος τρόπος μέτρησης δείχνει πόσο εύκολα παρεξηγείται ο πρώτος. Στην έκδοση «Housing in Europe 2025», η Eurostat υπολογίζει ότι το 2024 στην Ελλάδα το συνολικό κόστος στέγασης αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο στο 36% του διαθέσιμου εισοδήματος, το υψηλότερο μερίδιο μεταξύ των χωρών της ΕΕ στην παρουσίασή της. Το 23,4% της έρευνας αγορών των ενοικιαστών και το 36% της Eurostat δεν είναι δύο απαντήσεις στην ίδια ερώτηση: έχουν διαφορετικό παρονομαστή, διαφορετικό πληθυσμό αναφοράς και διαφορετική χρονιά. Η ορθή σύγκριση κάνει την πίεση σαφέστερη, όχι μικρότερη.

Η Eurostat καταγράφει επίσης για το 2024 ότι το 29% των κατοίκων ελληνικών πόλεων και το 28% των κατοίκων αγροτικών περιοχών ζούσαν σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Δεν σημαίνει πως σχεδόν ένας στους τρεις Έλληνες είναι ενοικιαστής ούτε ότι όλοι έχουν το ίδιο ενοίκιο. Σημαίνει ότι η στέγη είναι εμπόδιο σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Μια λύση μόνο για τα ακριβά κέντρα μπορεί να αφήσει έξω εκείνον που θερμαίνει και συντηρεί κατοικία σε απομακρυσμένη περιοχή.

Ορισμένες κατηγορίες αποκαλύπτουν την πίεση καλύτερα από τον τίτλο «ακρίβεια». Η δαπάνη για στέγαση αυξήθηκε κατά 8,3% σε τρέχουσες τιμές, για εκπαίδευση κατά 8,2% και για διαρκή αγαθά κατά 8,9%. Στο φαγητό, η μέση δαπάνη για καφέ, τσάι και κακάο αυξήθηκε 11,9%, για κρέας 9,9% και για ψάρια 8,0%. Αυτές είναι μεταβολές δαπάνης, όχι καθαρές μεταβολές τιμής: μπορεί να συνδυάζουν τιμή, ποσότητα και επιλογή προϊόντος.

Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει επίσης μείωση ποσοτήτων σε ψάρια κατά 2,6%, ψωμί και αρτοσκευάσματα κατά 2,4%, λαχανικά κατά 1,6%, φρούτα και γάλα κατά 1,2% μεταξύ 2024 και 2025. Δεν αποδεικνύεται από αυτά μόνα τους η αιτία κάθε αλλαγής· μπορεί να αλλάζουν συνήθειες ή σύνθεση νοικοκυριών. Όμως όταν οι ποσότητες πέφτουν σε βασικές τροφές ενώ το βάρος της διατροφής είναι υψηλό στους φτωχότερους, υπάρχει ερευνητικό ερώτημα που απαιτεί λεπτομερέστερα στοιχεία και δημόσια απάντηση.

Το 54,4% για φαγητό και στέγη: τι αποκαλύπτει ο νέος προϋπολογισμός των φτωχότερων νοικοκυριών · Δύο αγοραστές κρατούν καλάθια με τρόφιμα σε υπαίθρια αγορά · Δες την Πραγματικότητα
Το 54,4% για φαγητό και στέγη: τι αποκαλύπτει ο νέος προϋπολογισμός των φτωχότερων νοικοκυριών · Δύο αγοραστές κρατούν καλάθια με τρόφιμα σε υπαίθρια αγορά · Δες την Πραγματικότητα
03

Ποιος φαίνεται στο δείγμα και ποια ανθρώπινη φωνή λείπει

Η έρευνα φωτίζει διαφορετικά νοικοκυριά. Ο άνθρωπος άνω των 65 ετών που ζει μόνος δαπανά κατά μέσο όρο το 45,6% της συνολικής μέσης δαπάνης νοικοκυριών, ενώ ένα ζευγάρι με δύο παιδιά έως 16 ετών το 149,8%. Το πρώτο ποσοστό δεν λέει ότι οι ανάγκες του ηλικιωμένου είναι μισές: η κατοικία, η θέρμανση και η υγεία δεν μοιράζονται μηχανικά. Το δεύτερο δεν αποδεικνύει πολυτέλεια: τέσσερις άνθρωποι έχουν περισσότερα σώματα να ταΐσουν, να ντύσουν και να μετακινήσουν.

Στην Αττική η μέση ετήσια δαπάνη είναι 24.981,36 ευρώ. Στη Στερεά Ελλάδα 16.475,52. Σε αγροτικές περιοχές η μηνιαία μέση δαπάνη είναι 1.386,11 ευρώ και σε αστικές 1.892,86. Η μικρότερη αγροτική δαπάνη δεν είναι αυτόματα φθηνότερη ζωή ή υψηλότερη ποιότητα. Η πρόσβαση σε γιατρό, μεταφορές ή υπηρεσίες μπορεί να απαιτεί χρόνο και αόρατα κόστη. Η έρευνα καταγράφει αγορές· δεν κοστολογεί τον χρόνο μετακίνησης ούτε τις ανάγκες που δεν ικανοποιήθηκαν.

Η έρευνα για τις μονογονεϊκές οικογένειες έδειξε πόσο δύσκολο είναι να διατηρηθούν οι βασικές πληρωμές με έναν μόνο ενήλικο. Οι δύο μελέτες δεν μετρούν το ίδιο πράγμα και δεν πρέπει να συγχωνευθούν. Μαζί όμως δείχνουν γιατί μια πολιτική που κοιτά μόνο τη γενική μέση δαπάνη χάνει τα νοικοκυριά με μικρό εισόδημα και πολλή φροντίδα.

Δεν αποκτήσαμε προσωπική μαρτυρία από συμμετέχοντα του δείγματος και δεν θα αποδώσουμε σε ανώνυμη «μητέρα» λόγια που δεν ειπώθηκαν. Η φωνή του πολίτη εδώ καταγράφεται με μετρημένη συμπεριφορά 5.540 νοικοκυριών και με τη δημόσια ανάγκη για εξηγήσεις. Είναι ισχυρό τεκμήριο για την κατανομή των δαπανών, αλλά δεν αντικαθιστά μια μελλοντική επιτόπια συνέντευξη για το πώς βιώνεται μια περικοπή φαγητού, θέρμανσης ή θεραπείας.

Στον ευρωπαϊκό δείκτη καθυστερήσεων, επίσης για το 2024, το 43% των κατοίκων της Ελλάδας ζούσε σε νοικοκυριά με ληξιπρόθεσμη υποχρέωση στεγαστικού δανείου, ενοικίου ή λογαριασμού κοινής ωφέλειας, έναντι 9% στην ΕΕ. Είναι στοιχείο της Eurostat για καθυστερήσεις σε μία ή περισσότερες από αυτές τις υποχρεώσεις, όχι ποσοστό απλήρωτων ενοικίων. Η απόσταση είναι τεράστια και δείχνει γιατί μια ανακοίνωση περί υψηλότερης μέσης δαπάνης δεν μπορεί να εκληφθεί ως απόδειξη κοινωνικής άνεσης. Εδώ η «φωνή» πολλών σπιτιών είναι η πληρωμή που δεν έγινε εγκαίρως.

04Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΣΚΕΨΗ

Ποιος λογοδοτεί και ποια λύση μπορεί να μετρηθεί

Τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι ένα συγκεκριμένο υπουργείο ή μια συγκεκριμένη επιχείρηση προκάλεσε μόνο του την ανισότητα. Δείχνουν όμως ένα αποτέλεσμα για το οποίο η πολιτική πρέπει να λογοδοτεί: τα αναγκαία καταλαμβάνουν δυσανάλογο χώρο στον προϋπολογισμό των φτωχότερων. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να ζητούν δημόσια σειρά τιμών και εισοδημάτων ανά κατηγορία νοικοκυριού, διαφανή έλεγχο της αγοράς, λειτουργική προστασία ενοικιαστών και μέτρα που μπορούν να αξιολογηθούν μετά την εφαρμογή τους.

Μια άμεση μεθοδολογική βελτίωση είναι να συνοδεύεται κάθε ανακοίνωση για τον «μέσο» από κατανομές κατά εισόδημα, τύπο κατοικίας, αριθμό παιδιών και περιοχή, μαζί με αβεβαιότητα δειγματοληψίας. Μια πολιτική βελτίωση είναι να δημοσιεύεται πριν και μετά από κάθε μέτρο πόσα ευρώ και πόση πραγματική αγοραστική δύναμη κέρδισε το χαμηλότερο πέμπτο. Χωρίς αυτό, η επιτυχία μπορεί να μετριέται με αριθμούς που δεν φτάνουν στο σπίτι.

Για τον πολίτη η πρακτική αξία είναι να μη συγχέει αύξηση δαπάνης με αύξηση ευημερίας και να συγκρίνει τον δικό του προϋπολογισμό με τα σωστά, αντίστοιχα νοικοκυριά. Για την κοινωνία το δίδαγμα είναι ότι η τροφή και η στέγη δεν είναι προαιρετικές αγορές. Όταν αφαιρούν τη μισή δυνατότητα ενός ανθρώπου να επιλέξει, πόση πραγματική ελευθερία τού απομένει; Τα δικά σας συμπεράσματα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ

Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.