Άσα Κεντ Τζένινγκς: ο άνθρωπος που έσωσε περίπου 300.000 Έλληνες από την Καταστροφή της Σμύρνης
Στη φλεγόμενη Σμύρνη του 1922, ένας άγνωστος Αμερικανός με βαριά αναπηρία ανάγκασε πλοία και κυβερνήσεις να κινηθούν. Η ιστορική έρευνα μιλά για περισσότερους από 200.000 διασωθέντες, με ευρύτερες εκτιμήσεις κοντά στις 300.000 ζωές.

Ασα Τζένινγκς: Η Σμύρνη καιγόταν, η προκυμαία ασφυκτιούσε και τα πλοία δεν έρχονταν. Άνθρωποι που επί αιώνες έχτιζαν σχολεία, εκκλησίες, εργαστήρια και εμπορικούς δρόμους περίμεναν ανάμεσα στη φωτιά και στη θάλασσα, ενώ κυβερνήσεις, στρατηγοί και ξένοι στόλοι υπολόγιζαν κινδύνους. Τότε ένας σχεδόν άγνωστος Αμερικανός υπάλληλος της YMCA, μικρόσωμος και βαριά σημαδεμένος από φυματίωση της σπονδυλικής στήλης, αρνήθηκε να δεχτεί ότι η αδράνεια ήταν μονόδρομος. Το όνομά του ήταν Άσα Κεντ Τζένινγκς. Η πιο οδυνηρή αλήθεια δεν είναι μόνο ότι ένας ξένος βοήθησε να σωθούν Έλληνες. Είναι ότι χρειάστηκε να πιέσει την ίδια την Ελλάδα για να κινηθούν ελληνικά πλοία. Τα αμερικανικά διπλωματικά έγγραφα επιβεβαιώνουν ότι η μαζική εκκένωση οργανώθηκε κυρίως με αμερικανική ναυτική και ανθρωπιστική πρωτοβουλία. Μεταγενέστερες αφηγήσεις περιγράφουν τον Τζένινγκς να φτάνει έως την απειλή δημόσιας καταγγελίας προς την κυβέρνηση της Αθήνας. Η φράση αυτή δεν σώζεται στα επίσημα τηλεγραφήματα που έχουμε· το αποτέλεσμα όμως σώζεται: τα πλοία ξεκίνησαν και εκατοντάδες χιλιάδες ζωές ξέφυγαν από έναν κόσμο που κατέρρεε.
Ασα Τζένινγκς: Ο άνδρας που το σώμα του λύγισε αλλά η απόφασή του όχι
Ο Άσα Κεντ Τζένινγκς γεννήθηκε το 1877 στην πολιτεία της Νέας Υόρκης. Στα νεανικά του χρόνια προσβλήθηκε από τη νόσο του Pott, φυματίωση της σπονδυλικής στήλης που του προκάλεσε μόνιμη παραμόρφωση και σοβαρούς περιορισμούς. Δεν ήταν στρατηγός, εφοπλιστής ή διπλωμάτης. Ήταν μεθοδιστής πάστορας και εργαζόμενος της YMCA, ένας άνθρωπος χωρίς κρατικό αξίωμα, χωρίς στόλο και χωρίς διαταγές να τον προστατεύουν.
Αυτό ακριβώς κάνει την ιστορία του τόσο ανησυχητική για κάθε εξουσία. Όταν οι τίτλοι, οι στολές και οι μηχανισμοί παρέλυσαν, ένας άνθρωπος που η εποχή του θα μπορούσε εύκολα να θεωρήσει αδύναμο αποδείχθηκε ισχυρότερος από ολόκληρες αλυσίδες διοίκησης. Δεν νίκησε επειδή διέθετε υπεράνθρωπη δύναμη. Νίκησε επειδή αντιμετώπισε κάθε άρνηση ως επόμενο πρόβλημα προς λύση και όχι ως άδεια για να αποχωρήσει.
Οι βιογραφικές πηγές τον περιγράφουν κοντό, κυρτωμένο και υποχρεωμένο να στηρίζει το σώμα του. Στη Σμύρνη, όμως, το βάρος που κουβάλησε δεν ήταν το δικό του. Ήταν η ζωή ανθρώπων τους οποίους οι ισχυροί είχαν μετατρέψει σε αριθμό, όχλο ή ανεπιθύμητο φορτίο.
Ο Τζένινγκς δεν είχε εξουσία. Είχε εκείνο που η εξουσία είχε χάσει: την αίσθηση ότι κάθε λεπτό σήμαινε ανθρώπινες ζωές.
Σεπτέμβριος 1922: μια πόλη ανάμεσα στη φωτιά και στη θάλασσα
Μετά τη διάσπαση του μικρασιατικού μετώπου, ο ελληνικός στρατός υποχώρησε προς τα παράλια. Η τουρκική εθνικιστική στρατιά εισήλθε στη Σμύρνη στις 9 Σεπτεμβρίου με το νέο ημερολόγιο. Ακολούθησαν φόνοι, λεηλασίες, συλλήψεις και βίαιοι διαχωρισμοί. Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος παραδόθηκε στον όχλο και θανατώθηκε. Στις 13 Σεπτεμβρίου ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε κυρίως τις ελληνικές και αρμενικές συνοικίες και έσπρωξε ακόμη περισσότερους ανθρώπους στην προκυμαία.
Για την έναρξη της φωτιάς υπήρξαν από την πρώτη στιγμή αντικρουόμενες κατηγορίες. Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών κατέγραψε ότι οι εθνικές ομάδες απέδιδαν η μία στην άλλη την ευθύνη, αλλά σημείωσε κάτι που δεν επιδέχεται υπεκφυγή: οι τουρκικές στρατιωτικές αρχές, ως δύναμη κατοχής της πόλης, δεν μπορούσαν να αποφύγουν την ευθύνη για την αποτυχία διατήρησης της τάξης, η οποία συνέβαλε στην έκταση της καταστροφής. Το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού αναφέρει ότι ο εμπρησμός θεωρείται σχέδιο του Νουρεντίν πασά.
Η σοβαρή ιστορία δεν χρειάζεται να κρύψει ότι κατά τη μικρασιατική εκστρατεία και την υποχώρηση διαπράχθηκαν και ελληνικές βιαιότητες εναντίον μουσουλμανικών πληθυσμών. Αυτά τα εγκλήματα απαιτούν μνήμη και λογοδοσία. Δεν δικαιολογούν τη συλλογική τιμωρία αμάχων, την εξόντωση του μικρασιατικού ελληνισμού ή την εγκατάλειψη ανθρώπων στην προκυμαία. Η ευθύνη δεν ακυρώνεται με συμψηφισμό.
Τα επίσημα έγγραφα μετρούν την αδράνεια σε ημέρες
Στις 15 Σεπτεμβρίου, σύσκεψη Βρετανών, Γάλλων, Ιταλών και Αμερικανών αξιωματικών κατέληξε ότι η μοναδική λύση ήταν η εκκένωση. Η αμερικανική αναφορά εκτιμούσε τότε ότι 150.000 πρόσφυγες έπρεπε να μεταφερθούν. Στο ίδιο έγγραφο σημειώνεται πως η αρχική στάση των συμμαχικών ναυτικών δυνάμεων ήταν να μην αναλάβουν δράση. Τα πολεμικά πλοία βρίσκονταν μπροστά στην καταστροφή, αλλά η παρουσία τους δεν σήμαινε αυτομάτως σωτηρία.
Στις 19 Σεπτεμβρίου οι τουρκικές εθνικιστικές αρχές ανακοίνωσαν ότι οι άνδρες από 18 έως 45 ετών θεωρούνταν αιχμάλωτοι πολέμου. Οι υπόλοιποι μπορούσαν να αναχωρήσουν έως την 1η Οκτωβρίου. Η προθεσμία δεν ήταν διοικητική λεπτομέρεια. Ήταν κλεψύδρα πάνω από ανθρώπινες ζωές, ενώ οι εκτοπίσεις προς το εσωτερικό συνεχίζονταν.
Στις 25 Σεπτεμβρίου, ο ύπατος αρμοστής των ΗΠΑ Μαρκ Λ. Μπρίστολ ανέφερε ότι δέκα ελληνικά πλοία βρίσκονταν στη Σμύρνη, με άδεια των τουρκικών αρχών, και εκκένωναν πρόσφυγες με τη βοήθεια αμερικανικών αντιτορπιλικών. Η κρίσιμη φράση του τηλεγραφήματος είναι ότι τα πλοία βρίσκονταν εκεί “μέσω της δικής μας επιρροής”. Την ίδια στιγμή, 80.000 πρόσφυγες είχαν ήδη συγκεντρωθεί στη Μυτιλήνη.
Άλλο επίσημο αμερικανικό έγγραφο καταγράφει πάνω από 200.000 ανθρώπους που απομακρύνθηκαν από τη Σμύρνη μόνο μέσα στον Σεπτέμβριο, σε μεγάλο βαθμό χάρη στην πρωτοβουλία αμερικανικού ναυτικού και ανθρωπιστικού προσωπικού. Μεταγενέστερος απολογισμός ανεβάζει σε 222.000 όσους εκκενώθηκαν μέσω Σμύρνης και γειτονικών λιμανιών μετά την πυρκαγιά, από τους οποίους 180.000 με τη δράση αμερικανικών δυνάμεων και της Αμερικανικής Επιτροπής Αρωγής, με βρετανική συνδρομή.
Η επίσημη αμερικανική διατύπωση δεν αφήνει χώρο για εθνικό εξωραϊσμό: η μαζική διάσωση προχώρησε κυρίως με αμερικανική πρωτοβουλία.
Από το καταφύγιο της YMCA στο πρώτο πλοίο
Ο Τζένινγκς άρχισε από εκεί που μπορούσε. Χρησιμοποίησε χώρους της YMCA για να στεγάσει περίπου χίλιους ανθρώπους και οργάνωσε πρόχειρη προστασία και περίθαλψη. Σύμφωνα με τις βιογραφικές αφηγήσεις, εξασφάλισε στη συνέχεια τη μεταφορά περίπου δύο χιλιάδων προσφύγων με ιταλικό πλοίο προς τη Μυτιλήνη. Ήταν μια πρώτη ρωγμή στον αποκλεισμό, όχι ακόμη η μεγάλη εκκένωση.
Στη Μυτιλήνη είδε ελληνικά εμπορικά πλοία και κατάλαβε ότι η λύση βρισκόταν μπροστά του. Δεν αρκούσε όμως να υπάρχουν σκαριά και μηχανές. Χρειαζόταν πολιτική έγκριση, προστασία, καύσιμα, πληρώματα και ανθρώπους διατεθειμένους να επιστρέψουν σε ένα τουρκικό λιμάνι μέσα στο χάος.
Εδώ μπαίνουν στην ιστορία ο πλοίαρχος Ιωάννης Θεοφανίδης του θωρηκτού «Κιλκίς» και ο υποστράτηγος Αθανάσιος Φράγκου. Οι αφηγήσεις που στηρίζονται στο οικογενειακό αρχείο Τζένινγκς περιγράφουν τον Φράγκου να αρνείται αρχικά τη διάθεση των πλοίων και τον Θεοφανίδη να βοηθά τον Αμερικανό να στείλει κρυπτογραφημένα μηνύματα στην κυβέρνηση του Νικολάου Τριανταφυλλάκου στην Αθήνα.
Το τελεσίγραφο προς την Αθήνα: τι γνωρίζουμε και τι δεν αποδεικνύεται
Η πιο δραματική σκηνή της ιστορίας θέλει την κυβέρνηση να αρνείται, επειδή φοβόταν ότι τα πλοία θα αιχμαλωτίζονταν και θα άνοιγε ο δρόμος για τουρκική επίθεση στα νησιά. Τότε, σύμφωνα με τη μεταγενέστερη αφήγηση, ο Τζένινγκς προειδοποίησε ότι το επόμενο μήνυμά του δεν θα ήταν κρυπτογραφημένο: θα κατήγγελλε δημόσια πως η Ελλάδα άφηνε τους ανθρώπους της να πεθάνουν. Η άδεια φέρεται να δόθηκε με τον όρο ότι ο ίδιος θα έφερε την ευθύνη για οποιαδήποτε απώλεια πλοίου.
Αυτή η συνομιλία αναπαράγεται σε βιογραφίες, στο οικογενειακό αρχείο και σε ιστορικά αφιερώματα. Δεν εντοπίστηκε αυτούσια στα δημοσιευμένα διπλωματικά τηλεγραφήματα των ΗΠΑ. Γι’ αυτό δεν πρέπει να μετατραπεί σε αδιαμφισβήτητο πρακτικό υπουργικού συμβουλίου. Το αρχειακά ασφαλές συμπέρασμα είναι στενότερο αλλά συντριπτικό: τα ελληνικά πλοία έφτασαν, αμερικανικές πηγές αποδίδουν την κινητοποίησή τους σε αμερικανική επιρροή και η εκκένωση διοικήθηκε επί τόπου από ξένους αξιωματικούς και οργανώσεις με ελληνική ναυτική συμμετοχή.
Οι ίδιες αφηγήσεις αναφέρουν ότι ο Θεοφανίδης αντιμετώπισε την απροθυμία πλοιάρχων, προειδοποιώντας τους για στρατοδικείο αν επικαλούνταν προσχηματικές βλάβες. Μπορεί ο ακριβής διάλογος να μη διασώζεται σε κρατικό αρχείο, αλλά η νυχτερινή αναχώρηση του στόλου και η άφιξή του στη Σμύρνη επιβεβαιώνονται από το αποτέλεσμα και από τα διπλωματικά έγγραφα των επόμενων ημερών.

Πλοία χωρίς σημαίες, άνδρες που δεν επιτρεπόταν να σωθούν
Η επιχείρηση δεν ήταν ελεύθερη ανθρωπιστική αποστολή. Οι τουρκικές αρχές έθεσαν όρους: τα ελληνικά πλοία θα εισέρχονταν χωρίς ελληνική σημαία, δεν θα προσέγγιζαν αρχικά την προκυμαία και Έλληνες αξιωματικοί ή ναύτες δεν θα αποβιβάζονταν. Παράλληλα, οι άνδρες στρατεύσιμης ηλικίας αποχωρίζονταν από τις οικογένειές τους και οδηγούνταν σε αιχμαλωσία ή τάγματα εργασίας.
Τα αμερικανικά έγγραφα καταγράφουν ότι επτά ελληνικά πλοία μετέφεραν περίπου 15.000 ανθρώπους στις 24 Σεπτεμβρίου. Δύο ημέρες αργότερα είχαν φτάσει στη Μυτιλήνη περίπου 43.000. Ο ρυθμός δείχνει τι μπορούσε να γίνει μόλις η πολιτική βούληση, η ναυτική προστασία και η οργάνωση συναντήθηκαν. Δείχνει επίσης τι χάθηκε τις ημέρες που προηγήθηκαν.
Ο πλοίαρχος Χάλσεϊ Πάουελ, ως ανώτερος Αμερικανός αξιωματικός στη Σμύρνη, συντόνισε τη ναυτική εκκένωση. Τα αμερικανικά αντιτορπιλικά συνόδευαν τα μεταγωγικά και παρείχαν εκείνο που καμία ανθρωπιστική έκκληση δεν μπορούσε μόνη της να εγγυηθεί: ορατή αποτρεπτική ισχύ. Η ανθρωπιά έσωσε, αλλά χρειάστηκε και επιχειρησιακή ικανότητα.
Ήταν 200.000, 250.000 ή 300.000; Η τιμή στη μνήμη απαιτεί ακρίβεια
Ο αριθμός των διασωθέντων διαφέρει ανάλογα με την πηγή, το χρονικό διάστημα και τα λιμάνια που υπολογίζονται. Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών μιλά για πάνω από 200.000 από τη Σμύρνη τον Σεπτέμβριο. Άλλο έγγραφο καταγράφει 222.000 μέσω Σμύρνης και γειτονικών λιμανιών μετά τη φωτιά. Ο ερευνητής και δημοσιογράφος Λου Ούρενεκ υπολογίζει περίπου 250.000 χριστιανούς που σώθηκαν στην επιχείρηση. Ελληνικά αφιερώματα και τιμητικά τεκμήρια αναφέρουν 300.000, ενώ ορισμένες αφηγήσεις φτάνουν τις 350.000.
Δεν χρειάζεται να φουσκώσουμε τον αριθμό για να γίνει η πράξη θρυλική. Το αρχειακά αδιαμφισβήτητο μέγεθος ξεπερνά τις 200.000 ζωές. Η συμβολική τιμή των 300.000 εκφράζει μια ευρύτερη μνήμη της επιχείρησης, αλλά πρέπει να παρουσιάζεται ως ιστορική εκτίμηση και όχι ως μοναδικός, οριστικός απολογισμός.
Η ακρίβεια δεν μικραίνει τον ήρωα. Τον προστατεύει από την υπερβολή. Και προστατεύει τη μνήμη των προσφύγων από τη μετατροπή τους σε εύχρηστο σύνθημα.
Πώς συνέβαλε το ελληνικό κράτος στην Καταστροφή
Δεν υπάρχει τεκμήριο ότι η κυβέρνηση της Αθήνας σχεδίασε μυστικά την εξόντωση του μικρασιατικού ελληνισμού. Υπάρχει όμως μια τεκμηριωμένη αλυσίδα επιλογών και αποτυχιών: ο Εθνικός Διχασμός που δηλητηρίασε κράτος και στράτευμα, η αλλαγή έμπειρων στελεχών με κομματικά κριτήρια, η απώλεια διεθνών ερεισμάτων, η επέκταση μιας εκστρατείας βαθιά στην Ανατολία χωρίς βιώσιμη στρατηγική εξόδου, η κατάρρευση της διοίκησης και η απουσία έγκαιρου σχεδίου προστασίας των αμάχων.
Ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης είχε προειδοποιήσει την Αθήνα για αποστολή πλοίων, αλλά κατηγορήθηκε ότι απέκρυψε τον κίνδυνο από τον πληθυσμό. Το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού καταγράφει ότι, ακόμη και λίγες ημέρες πριν από την Καταστροφή, έστελνε εντολές να μην ενθαρρύνεται η αποχώρηση των ελληνικών πληθυσμών. Ο ίδιος έφυγε τελικά με βρετανικό πλοίο και δεν επέστρεψε ποτέ σε ελληνικό έδαφος.
Στη Μυτιλήνη, ενώ άνθρωποι περίμεναν απέναντι, ελληνικά πλοία συνδέονταν και με τις ανάγκες του στρατού και της επανάστασης που ερχόταν. Η ιστορία της αρχικής άρνησης του Φράγκου αποδίδει αυτή την απάνθρωπη σύγκρουση προτεραιοτήτων: η μάχη για την επόμενη εξουσία μπορούσε να βαραίνει περισσότερο από τη μάχη για τους εγκλωβισμένους. Ακόμη κι αν οι ακριβείς διάλογοι χρειάζονται επιφύλαξη, η πολιτική εικόνα της κατάρρευσης είναι αδιαμφισβήτητη.
Το ελληνικό κράτος τελικά δέχτηκε τεράστιους αριθμούς προσφύγων στη Θεσσαλονίκη, στην Καβάλα, στα νησιά και στην ηπειρωτική χώρα. Έστησε μηχανισμούς περίθαλψης μέσα σε συνθήκες χάους και αργότερα τίμησε τον Τζένινγκς. Αυτό πρέπει επίσης να ειπωθεί. Δεν διαγράφει όμως το προηγούμενο: η διάσωση άρχισε αφού η καταστροφή είχε συντελεστεί και αφού ξένοι ανθρωπιστές πίεσαν για τα αυτονόητα.
Το κράτος δεν κατηγορείται επειδή δεν ήταν παντοδύναμο. Κατηγορείται επειδή δεν προετοίμασε εγκαίρως αυτό που ακόμη και οι δικοί του άνθρωποι έβλεπαν να έρχεται.
Ήταν σχέδιο εξαφάνισης του ελληνικού στοιχείου;
Αν με τη λέξη «σχέδιο» εννοούμε μια μυστική κοινή συμφωνία Αθήνας, Άγκυρας και Συμμάχων, δεν υπάρχει τεκμήριο που να το αποδεικνύει. Αν όμως μιλάμε για την πολιτική ομογενοποίησης της νέας τουρκικής εθνικιστικής εξουσίας, για την εξόντωση και εκδίωξη χριστιανικών πληθυσμών, για τη διεθνή επιλογή να μη γίνει στρατιωτική επέμβαση και για την ελληνική κρατική αποτυχία να προστατεύσει εγκαίρως τους ανθρώπους της, τότε το αποτέλεσμα είναι μπροστά μας.
Το 1923 η Σύμβαση της Λωζάννης επέβαλε υποχρεωτική ανταλλαγή των ελληνορθόδοξων κατοίκων της Τουρκίας και των μουσουλμάνων κατοίκων της Ελλάδας, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Οι άνθρωποι δεν έχασαν μόνο σπίτια. Κοινότητες έχασαν εκκλησίες, σχολεία, νοσοκομεία, σωματεία, εργαστήρια, περιουσίες και το δικαίωμα επιστροφής. Η ίδια η σύμβαση ρύθμιζε την εκκαθάριση κοινοτικής και ιδιωτικής περιουσίας. Ένας ελληνικός κόσμος αιώνων αφαιρέθηκε από τη γεωγραφία και επέζησε ως προσφυγική μνήμη.
Η καταστροφή, επομένως, δεν ήταν μόνο στρατιωτική ήττα. Ήταν πολιτισμικός ακρωτηριασμός. Οι πρόσφυγες έφεραν στην Ελλάδα γλώσσα, μουσική, εμπορική γνώση, τέχνες, συνταγές, πίστη και μνήμη και μεταμόρφωσαν τη χώρα. Αλλά η δημιουργία τους στη νέα πατρίδα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να ωραιοποιήσει τον ξεριζωμό που προηγήθηκε.
Ο ξένος που έγινε καθρέφτης της Ελλάδας
Η Ελλάδα τίμησε αργότερα τον Τζένινγκς με υψηλές διακρίσεις. Ήταν το ελάχιστο. Η βαθύτερη τιμή θα ήταν να διδαχθεί το κράτος αυτό που εκείνος απέδειξε: ο θεσμός υπάρχει για τη στιγμή που ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί μόνος του. Όταν ο θεσμός ζητά πρώτα άδεια από τον φόβο, ένας αποφασισμένος πολίτης μπορεί να γίνει η τελευταία γραμμή άμυνας.
Η ιστορία του Τζένινγκς συνομιλεί με εκείνη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και κάθε ανθρώπου που η Ελλάδα χρειάστηκε στην κρίσιμη ώρα αλλά άργησε να αναγνωρίσει. Συνομιλεί και με το ερώτημα της ιστορικής μνήμης: ποιον διδάσκουμε στα παιδιά μας ως δυνατό; Εκείνον που κατέχει το αξίωμα ή εκείνον που σηκώνει το βάρος όταν το αξίωμα αδειάζει;
Δεν χρειάζεται να γεννηθεί κάποιος Έλληνας για να υπερασπιστεί τον ελληνισμό. Και δεν αρκεί να γεννηθεί Έλληνας για να σταθεί στο ύψος του. Η πατρίδα δεν μετριέται μόνο με καταγωγή και σύμβολα. Μετριέται τη στιγμή που ο αδύναμος ζητά βοήθεια και ο ισχυρός αποφασίζει αν θα κινηθεί.
Η αλήθεια που μένει μετά τον θρύλο
Ο θρύλος λέει ότι ένας κυρτωμένος άνδρας εκβίασε μια κυβέρνηση και έγινε ναύαρχος μέσα σε μία νύχτα. Τα τεκμήρια λένε κάτι ακόμη πιο σημαντικό: ένας ιδιώτης ανθρωπιστής συμμετείχε αποφασιστικά σε μια επιχείρηση που τα επίσημα αμερικανικά αρχεία πιστώνουν κυρίως σε αμερικανική πρωτοβουλία, ενώ ελληνικά πλοία και ναυτικοί έκαναν δυνατή τη μαζική μεταφορά.
Το ελληνικό κράτος του 1922 δεν ήταν ο μοναδικός υπεύθυνος της σφαγής και του ξεριζωμού. Η κύρια ευθύνη για τις βιαιότητες στη Σμύρνη ανήκει στις δυνάμεις και στις αρχές που κατείχαν την πόλη, ενώ οι Μεγάλες Δυνάμεις επέλεξαν τα όρια της δικής τους εμπλοκής. Η Αθήνα, όμως, έχει τη δική της βαριά ευθύνη: οδήγησε μια χώρα σε εκστρατεία χωρίς ασφαλή έξοδο, άφησε τη διοίκηση να διαλυθεί και δεν έθεσε εγκαίρως τη σωτηρία των αμάχων πάνω από τον φόβο, τον διχασμό και την πάλη της εξουσίας.
Αν ένας άγνωστος, άοπλος και σωματικά καταπονημένος άνθρωπος μπόρεσε να βάλει στόλους σε κίνηση, ποιο άλλοθι απομένει σε ένα κράτος που είχε κυβέρνηση, στρατό, ναυτικό και γνώση του κινδύνου; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






