Κωνσταντίνος Δαβάκης: το χιτώνιο και το πλοίο των ομήρων
Το χιτώνιο σώθηκε. Ο άνθρωπος που μελετούσε τον πόλεμο και κράτησε έναν κρίσιμο σύνδεσμο στην Πίνδο χάθηκε σε μια μεταφορά ομήρων στην Αδριατική.

Γραφιστική επιμέλεια και σύνθεση: Δες την Πραγματικότητα
Αρχική εικόνα: PalioxoraΆδεια αρχικής εικόνας: CC BY-SA 4.0
Κωνσταντίνος Δαβάκης λεγόταν ο άνθρωπος που φορούσε το χιτώνιο της φωτογραφίας. Σήμερα το ρούχο σώζεται στη συλλογή του Πολεμικού Μουσείου: το φθαρμένο ύφασμα, τα κόκκινα στον γιακά, οι μικρές ταινίες στο στήθος. Το όνομά του οδηγεί συνήθως κατευθείαν στην Πίνδο του 1940. Η τελευταία διαδρομή του, όμως, τελείωσε μακριά από τα βουνά, μέσα σε ένα ιταλικό πλοίο που μετέφερε Έλληνες κρατουμένους. Στις 21 Ιανουαρίου 1943 το Città di Genova βυθίστηκε στην Αδριατική, χτυπημένο από βρετανικό υποβρύχιο. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν ο διοικητής που είχε συνδεθεί με την ελληνική αντίσταση στην ιταλική εισβολή. Πώς έφθασε από τις διαβάσεις της Πίνδου στο πλοίο των ομήρων;
Κωνσταντίνος Δαβάκης: το ρούχο που έμεινε και η διαδρομή που λείπει
Το χιτώνιο φέρνει το βλέμμα κοντά στο σώμα που λείπει. Έχει γιακά, μανίκια, φθορές, διακριτικά. Η μορφή που συνήθως συναντούμε ψηλά σε ένα βάθρο κατεβαίνει στην ανθρώπινη κλίμακα. Ο αξιωματικός που το φορούσε είχε πολεμήσει σε διαφορετικά μέτωπα, είχε εκπαιδευτεί έξω από την Ελλάδα και είχε επιστρέψει στην υπηρεσία με κλονισμένη υγεία. Από το σωζόμενο χιτώνιο η διαδρομή οδηγεί στις μάχες του 1918· από εκεί, σε μια χρόνια πάθηση και στην επιστροφή του στα βουνά το 1940. Το τέλος βρίσκεται σε μια άλλη εικόνα, στην Αδριατική.
Στη δημόσια μνήμη, ο Δαβάκης εμφανίζεται συχνά ακίνητος στη στιγμή της δόξας του. Ο άνθρωπος της Πίνδου, το όνομα μιας πλατείας, ο αξιωματικός που αντιστάθηκε στην Τζούλια. Αν ακολουθήσουμε τη ζωή του παρακάτω, συναντούμε μια βαριά πληγή, την απομάκρυνση από το μέτωπο, την Κατοχή, τη σύλληψη και μια θαλάσσια μεταφορά χωρίς ελευθερία επιλογής. Η αλλαγή της θέσης του είναι συγκλονιστική: από διοικητής μιας δύσκολης άμυνας έγινε κρατούμενος των δυνάμεων που είχαν εισβάλει στην πατρίδα του. Η στρατιωτική του φήμη δεν μπορούσε να τον προστατέψει από αυτή τη μεταβολή.
Ανάμεσα στη στολή και στο ναυάγιο υπάρχει επίσης ένας λιγότερο γνωστός Δαβάκης. Ο αξιωματικός που μελετούσε, δίδασκε και έγραφε για το πώς αλλάζει ο πόλεμος. Πριν βρεθεί επικεφαλής ενός μικρού ορεινού αποσπάσματος, είχε ασχοληθεί με τα άρματα μάχης και με το πρόβλημα της προσαρμογής του στρατού σε νέες συνθήκες. Ο άνθρωπος των βιβλίων θα γινόταν διοικητής στην Πίνδο. Ύστερα θα επέστρεφε τραυματισμένος στην Αθήνα, θα συλλαμβανόταν στην Κατοχή και θα επιβιβαζόταν ως κρατούμενος σε ένα πλοίο. Η ζωή του ένωνε αυτούς τους διαφορετικούς σταθμούς.
Από τα Κεχριάνικα στην Ευελπίδων
Ο Κωνσταντίνος Δαβάκης γεννήθηκε το 1897 στα Κεχριάνικα της Μάνης. Η χρονολογία τον τοποθετεί σε μια γενιά που μεγάλωσε καθώς το ελληνικό κράτος πλησίαζε σε αλλεπάλληλες πολεμικές αναμετρήσεις. Το 1913 μπήκε στη Σχολή Ευελπίδων και το 1916 αποφοίτησε ως αξιωματικός Πεζικού. Ήταν ακόμη πολύ νέος, ενώ η Ευρώπη βρισκόταν ήδη μέσα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η απόσταση ανάμεσα στη σχολική εκπαίδευση και στην πραγματική μάχη επρόκειτο να αποδειχθεί σύντομη. Οι γνώσεις του θα δοκιμάζονταν σε ένα περιβάλλον όπου το λάθος πληρωνόταν αμέσως.
Η υπηρεσία στο Πεζικό σήμαινε μια σταδιοδρομία δεμένη με τον στρατιώτη που μετακινείται και πολεμά στο έδαφος. Η θέση ενός λόχου, η κάλυψή του, η σχέση με τα διπλανά τμήματα, η δυνατότητα να φθάσει μια διαταγή στον προορισμό της είχαν άμεσες συνέπειες. Ένα σχέδιο μπορούσε να φαίνεται καθαρό πάνω στο χαρτί και να αλλάζει μόλις συναντούσε μια πλαγιά, έναν αντίπαλο ή μια μονάδα που είχε καθυστερήσει. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στη σχεδιασμένη και στην πραγματική κατάσταση θα τον απασχολούσε αργότερα και ως συγγραφέα στρατιωτικών κειμένων.
Στην αποφοίτησή του είχε αρχικά εκδηλώσει προτίμηση για το Πυροβολικό. Η προτροπή του συνταγματάρχη Θεόδωρου Πάγκαλου, που επιθυμούσε την ενίσχυση του Πεζικού με μορφωμένους νέους αξιωματικούς, συνέβαλε στην αλλαγή της επιλογής του. Το όπλο στο οποίο εντάχθηκε θα γινόταν πεδίο μάχης, διδασκαλίας και συγγραφής. Η σχέση του με τα υπόλοιπα μέσα του στρατού θα τον απασχολούσε διαρκώς. Αργότερα, ακόμη και όταν θα έγραφε για τα άρματα, θα παρέμενε μπροστά του το πρόβλημα του πεζού: πώς θα κινηθεί, πώς θα υποστηριχθεί και πώς θα συνδυαστεί η ενέργειά του με εκείνη των άλλων όπλων.
Δύο μάχες και ένα τραύμα που συνέχισε να υπάρχει
Το 1918 πολέμησε στο Σκρα και στη Δοϊράνη, στο Μακεδονικό Μέτωπο. Ήταν μια μεγάλη πολεμική δοκιμασία της σταδιοδρομίας του. Οι δύο μάχες έμειναν συνδεδεμένες με την υπηρεσία και τις διακρίσεις του. Η Δοϊράνη, όμως, άφησε και ένα διαφορετικό αποτύπωμα. Η έκθεσή του σε ασφυξιογόνα αέρια προκάλεσε σοβαρή βλάβη στην υγεία του, με συνέπειες που τον ακολούθησαν για χρόνια. Ο πόλεμος είχε περάσει μέσα στο σώμα του. Η λήξη μιας μάχης δεν σήμαινε ότι τελείωνε και η επίδρασή της στη μετέπειτα ζωή του.
Αργότερα υπηρέτησε στη Μικρασιατική Εκστρατεία, στο 46ο Σύνταγμα Πεζικού της ΧΙΙ Μεραρχίας. Η διαδρομή αυτή τον έφερε σε ένα ακόμη θέατρο επιχειρήσεων, με διαφορετικές αποστάσεις, απαιτήσεις και κλίμακα. Είχε ήδη γνωρίσει τον σύγχρονο πόλεμο και τη δύναμη των μέσων του. Η εμπειρία μιας εκστρατείας δημιουργεί ερωτήματα που ξεπερνούν τη γενναιότητα του μεμονωμένου μαχητή: πώς μετακινείται μια δύναμη, πώς στηρίζεται, πώς συνδυάζονται τα όπλα της και πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση. Σε αυτά τα πεδία θα στρεφόταν η μεταγενέστερη μελέτη του.
Η πάθηση επέστρεφε στις επόμενες φάσεις της υπηρεσίας του. Στη Μικρά Ασία η υγεία του επέβαλε διακοπή της πολεμικής δράσης και θεραπεία. Στον Μεσοπόλεμο συνέχισε να εκπαιδεύεται και να εργάζεται, αλλά πριν από το 1940 είχε αποστρατευθεί για λόγους υγείας. Ανάμεσα στη Δοϊράνη και στην Πίνδο μεσολάβησαν περισσότερα από είκοσι χρόνια. Η εμπειρία που είχε συγκεντρώσει ήταν μεγάλη, ενώ το σώμα του είχε ήδη πληρώσει το τίμημα ενός προηγούμενου πολέμου. Στο μεταξύ, η προσπάθειά του στράφηκε και προς ένα διαφορετικό πεδίο: τη μελέτη των μέσων και των μεθόδων που θα χρησιμοποιούσαν οι επόμενοι στρατοί.
Η Γαλλία και το ερώτημα της μηχανής
Στον Μεσοπόλεμο ο Δαβάκης συμπλήρωσε την εκπαίδευσή του στη Γαλλία, σε σχολές και μονάδες αρμάτων, και φοίτησε στη γαλλική Σχολή Πολέμου. Η εκπαίδευση αυτή τον έφερε κοντά σε ένα κρίσιμο ερώτημα της εποχής: τι αλλάζει όταν η μηχανή προσφέρει στον στρατό νέες δυνατότητες κίνησης και πυρός; Το άρμα μάχης έπρεπε να βρει τη θέση του ανάμεσα στα ήδη υπάρχοντα όπλα. Η παρουσία του άνοιγε ζητήματα οργάνωσης, διοίκησης και συνεργασίας. Για έναν αξιωματικό Πεζικού, το ενδιαφέρον βρισκόταν και στο πώς θα επηρεαζόταν ο ίδιος ο πεζός στρατιώτης.
Η μηχανοκίνηση μπορεί να γίνει κατανοητή με ένα απλό πρόβλημα. Μια δύναμη που κινείται γρηγορότερα αποκτά τη δυνατότητα να φθάσει νωρίτερα σε ένα κρίσιμο σημείο. Χρειάζεται, όμως, να φθάσουν μαζί της τα καύσιμα, τα πυρομαχικά, η υποστήριξη και οι πληροφορίες. Αν ένα μέρος της προχωρά ενώ το υπόλοιπο μένει πίσω, η ταχύτητα μπορεί να δημιουργήσει νέο κίνδυνο. Το ζήτημα αφορά επομένως τη λειτουργία ενός συνόλου. Η αποτελεσματικότητα ενός όπλου εξαρτάται και από όσα το περιβάλλουν. Αυτή η σχέση βοηθά να δούμε γιατί η στρατιωτική τεχνολογία δεν περιορίζεται στην αγορά ενός μηχανήματος.
Ο Δαβάκης μετέφερε τις σπουδές και το ενδιαφέρον του στη διδασκαλία και στη συγγραφή. Υπήρξε ένας αξιωματικός που προσπαθούσε να κατανοήσει τις μεταβολές της εποχής του και να τις κάνει αντικείμενο επαγγελματικής συζήτησης. Η σημασία αυτής της προσπάθειας δεν απαιτεί να του αποδώσουμε την πατρότητα κάθε μεταγενέστερης ιδέας. Η ιστορία της στρατιωτικής σκέψης περιλαμβάνει πολλές παράλληλες αναζητήσεις. Για εκείνον, το ενδιαφέρον ήταν συγκεκριμένο: ποιες δυνατότητες άνοιγαν τα νέα μέσα και πώς μπορούσε να τις αξιοποιήσει ο ελληνικός στρατός, με τις δικές του ανάγκες και περιορισμούς.
Το βιβλίο του 1928 και η δυσκολία να μεταφράσεις μια ιδέα
Το 1928 εκδόθηκε το έργο του «Τα Άρματα Μάχης». Το 1934 ακολούθησε «Ο Στρατός του Μέλλοντος: Μηχανοκίνησις και Μηχανοποίησις». Οι τίτλοι φανερώνουν το εύρος του ενδιαφέροντός του: από ένα νέο όπλο στη μεταβολή της συνολικής στρατιωτικής λειτουργίας. Την εποχή που το όνομά του δεν είχε ακόμη συνδεθεί με την Πίνδο, καταπιανόταν ήδη με τις δυνατότητες και τις απαιτήσεις ενός διαφορετικού πολέμου. Η εικόνα του συγγραφέα συμπληρώνει την εικόνα του μάχιμου διοικητή και μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε μια σταδιοδρομία πέρα από την πιο διάσημη εβδομάδα της.
Μαζί με τη μηχανή τον απασχολούσε ο τρόπος με τον οποίο μια στρατιωτική γνώση γίνεται καθημερινή πρακτική. Ένας στρατός διαβάζει κανονισμούς, εκπαιδεύει άνδρες και οργανώνει μονάδες. Όταν όμως αρχίσει η μάχη, οι οδηγίες συναντούν το πραγματικό έδαφος και τον πραγματικό οπλισμό. Το υλικό που λείπει δεν εμφανίζεται επειδή το προϋποθέτει μια μεταφρασμένη σελίδα. Ο Δαβάκης είχε στρέψει νωρίς την προσοχή του σε αυτή τη δυσκολία. Το 1926, στο «Περί των Κανονισμών του Στρατού», έθεσε το ερώτημα με τρόπο που ξεπερνούσε μια τεχνική παρατήρηση: πώς μαθαίνει ένας στρατός από όσα του έχουν ήδη συμβεί;
Το ερώτημα αφορούσε τη δική του γενιά. Είχε προηγηθεί μια μακρά σειρά εκστρατειών, από τους Βαλκανικούς Πολέμους ως τη Μικρά Ασία. Οι αξιωματικοί είχαν προσωπικές εμπειρίες, οι υπηρεσίες διέθεταν φακέλους, οι μονάδες είχαν περάσει από νίκες και καταστροφές. Η συγκέντρωση αυτού του υλικού δεν εξασφάλιζε αυτόματα ότι τα συμπεράσματα είχαν φθάσει στην εκπαίδευση του επόμενου στρατιώτη. Ο Δαβάκης στρεφόταν ακριβώς σε αυτό το κενό. Αν ένα λάθος έχει πληρωθεί στο πεδίο της μάχης, η καταγραφή του πρέπει να μπορεί να αποτρέψει την επανάληψή του. Η προσωπική εμπειρία χρειαζόταν να γίνει κοινή γνώση.
Το 1926 ζήτησε να ανοίξουν οι φάκελοι των λαθών
Στο κείμενο του 1926 δεν αρκέστηκε να ζητήσει καλύτερα εγχειρίδια. Έθεσε το ζήτημα των εκστρατειών που είχε διεξαγάγει ο ελληνικός στρατός από το 1912: πώς πολέμησε, πού έσφαλε, ποιες μέθοδοι απέδωσαν. Επέμενε ότι η συνολική πείρα έμενε θαμμένη σε φακέλους και ότι τα παθήματα, όσο παρέμεναν κρυμμένα, δεν γίνονταν μαθήματα. Η διατύπωση είχε βάρος από έναν άνθρωπο που είχε ήδη πολεμήσει και είχε επιστρέψει με χρόνια βλάβη της υγείας του. Το κόστος του πολέμου δεν ήταν για εκείνον μόνο μια στήλη ενός πίνακα.
Πρότεινε να συγκροτηθεί επιτροπή που θα μελετούσε τις επιχειρήσεις και θα εξήγαγε σαφή συμπεράσματα. Αυτό σήμαινε εξέταση και των ενεργειών συγκεκριμένων διοικητών, ακόμη και όταν τα πρόσωπα βρίσκονταν στη ζωή. Έβαζε την ανάγκη μάθησης μπροστά στην προστασία της προσωπικής εικόνας. Το ενδιαφέρον του στρεφόταν προς το επόμενο λάθος, εκείνο που θα μπορούσε ακόμη να αποφευχθεί. Η μελέτη μιας αποτυχίας είχε, σε αυτό το σχήμα, αξία αντίστοιχη με τη μελέτη μιας επιτυχίας. Και οι δύο μπορούσαν να διδάξουν, εφόσον εξετάζονταν με ακρίβεια και χωρίς να κλείνει η συζήτηση μόλις γινόταν δυσάρεστη.
Η πρόταση περιλάμβανε και ένα δεύτερο βήμα: μια μονάδα πολεμικής σύνθεσης που θα λειτουργούσε ως πειραματικό εργαστήριο της επιτροπής. Οι ιδέες θα δοκιμάζονταν στην πράξη. Μια θεωρία μπορούσε να φαίνεται καλά υπολογισμένη και να αποδεικνύεται ανεφάρμοστη όταν θα την εκτελούσαν πραγματικοί άνθρωποι με πραγματικό υλικό. Η δοκιμή πριν από τον πόλεμο άφηνε περιθώριο διόρθωσης. Ο Δαβάκης έδινε έτσι στον κανονισμό μια διαδρομή: εμπειρία, εξέταση, διατύπωση και έλεγχος. Η σελίδα δεν έπρεπε να αποτελεί τον τελευταίο σταθμό της διαδικασίας, αλλά μέρος της προετοιμασίας για όσα θα συνέβαιναν έξω από το γραφείο.
Στην επιτροπή που εισηγούνταν θα εκπροσωπούνταν τα μάχιμα όπλα: Πεζικό, Πυροβολικό, Ιππικό, Αεροπορία και Μηχανικό. Θα μελετούσε ξένους κανονισμούς, ελληνικές πολεμικές εμπειρίες και τις παρατηρήσεις των ίδιων των αξιωματικών. Ο Δαβάκης ζητούσε να συναντηθούν διαφορετικές ειδικότητες γύρω από το ίδιο πρόβλημα και κατόπιν να ελεγχθεί το αποτέλεσμα στην πειραματική μονάδα. Η διδασκαλία θα επέστρεφε έτσι στον άνθρωπο που θα έπρεπε να την εφαρμόσει, έχοντας πρώτα περάσει από μια διαδικασία πραγματικής δοκιμής. Η αλλαγή θα άρχιζε πριν κληθεί να αποδείξει την αξία της κάτω από πυρά.
Ένα από τα συγκεκριμένα παραδείγματά του αφορούσε την αναλογία των όπλων. Δύο τάγματα μπορεί να χρησιμοποιούν τον ίδιο τύπο ατομικού οπλισμού, αλλά να διαθέτουν διαφορετικό αριθμό αυτόματων όπλων ή διαφορετική υποστήριξη πυροβολικού. Η τακτική τους ενέργεια δεν μπορεί να θεωρείται ίδια μόνο επειδή φέρουν την ίδια ονομασία. Η παρατήρηση είναι ιδιαίτερα εύγλωττη για τον αναγνώστη μιας πολεμικής ιστορίας: πίσω από τη λέξη «τάγμα» υπάρχει μια σύνθεση, μια δύναμη και συγκεκριμένες δυνατότητες. Η αριθμητική των μονάδων χρειάζεται να συναντήσει το περιεχόμενό τους, διαφορετικά ο χάρτης παρουσιάζει μια ισχύ που μπορεί να μην υπάρχει.
Το άλλο κρίσιμο παράδειγμα ήταν το έδαφος. Ο Δαβάκης αναγνώριζε την αξία της γαλλικής εκπαίδευσης, αλλά αμφισβητούσε την επάρκεια της απλής μετάφρασης των γαλλικών κανονισμών. Διαφορετικός οπλισμός και διαφορετική γεωγραφία επέβαλλαν προσαρμογή. Μια οδηγία για την κίνηση ή την υποστήριξη μιας μονάδας αποκτούσε νόημα μόνο σε σχέση με τις συνθήκες όπου θα εφαρμοζόταν. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, η Πίνδος θα συγκέντρωνε ακριβώς αυτά τα δύσκολα μεγέθη: μικρές δυνάμεις, διαφορετικά όπλα, περιορισμένες ορεινές διεξόδους και χρόνο που έπρεπε να κερδηθεί ώσπου να αλλάξει ο συσχετισμός. Η θεωρία θα συναντούσε μια αποστολή με ονόματα χωριών και υψωμάτων.
Η επιστροφή ενός ανθρώπου με κλονισμένη υγεία
Πριν από τον πόλεμο του 1940 ο Δαβάκης είχε ήδη αποστρατευθεί για λόγους υγείας. Ανακλήθηκε όταν η απειλή από την Ιταλία είχε γίνει άμεση και τον Αύγουστο βρισκόταν στην Πίνδο για την οργάνωση της άμυνας. Η επιστροφή του συνδέει τις προηγούμενες φάσεις της ζωής του: την πολεμική εμπειρία, τις σπουδές, το συγγραφικό έργο και τη χρόνια πάθηση. Είχε να αντιμετωπίσει μια συγκεκριμένη αποστολή με συγκεκριμένες δυνάμεις. Το επερχόμενο πρόβλημα βρισκόταν πλέον μπροστά του ως γεωγραφία, χρόνος προπαρασκευής και άνθρωποι που έπρεπε να οργανωθούν.
Στην Ήπειρο ο Χαράλαμπος Κατσιμήτρος διοικούσε την VIII Μεραρχία, με αποστολή που συνδέθηκε με την άμυνα Ελαίας, Καλαμά. Βορειότερα και ανατολικότερα ο Δαβάκης είχε το Απόσπασμα Πίνδου, με πυρήνα το 51ο Σύνταγμα Πεζικού και έδρα το Επταχώρι. Οι δύο διοικητές κρατούσαν συνδεόμενους χώρους του ίδιου πολέμου, με διαφορετικές δυνάμεις και ευθύνες. Η τοποθεσία του Καλπακίου προστάτευε βασικές κατευθύνσεις της Ηπείρου, ενώ στην Πίνδο οι διαβάσεις άνοιγαν προς τον ορεινό σύνδεσμο με τη Δυτική Μακεδονία. Η επιτυχία στον έναν χώρο μπορούσε να κινδυνεύσει από μια βαθιά εχθρική διείσδυση στον άλλον.
Ο Δαβάκης βρισκόταν σε έναν ενδιάμεσο χώρο. Το απόσπασμά του εξασφάλιζε τη σύνδεση ανάμεσα στις ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου και σε εκείνες της Δυτικής Μακεδονίας. Η αποστολή αυτή είχε βάρος μεγαλύτερο από όσο θα υπέθετε κανείς κοιτάζοντας μόνο το μέγεθος της μονάδας. Ένα κενό ανάμεσα σε δύο μεγαλύτερες δυνάμεις μπορεί να γίνει πέρασμα προς τα νώτα τους. Η άμυνά του προστατεύει μια σχέση, μια επικοινωνία, μια δυνατότητα κοινής δράσης. Γι’ αυτό οι πρώτες συγκρούσεις στην Πίνδο αφορούσαν περισσότερα από την κατοχή μιας σειράς χωριών και υψωμάτων.
Η σύνθεση του αποσπάσματος περιλάμβανε, μαζί με το πεζικό, τμήματα ιππικού, διαβιβάσεων και μεταγωγικών με ημιόνους, καθώς και ορειβατικό πυροβολικό. Κάθε ένα εξυπηρετούσε μια διαφορετική ανάγκη της ίδιας επιχείρησης. Τα πυροβόλα έπρεπε να μπορούν να υποστηρίζουν τους άνδρες, οι επικοινωνίες να συνδέουν τα τμήματα και τα μεταγωγικά να φέρνουν όσα χρειάζονταν για τη συνέχιση του αγώνα. Η παρουσία των ημιόνων σε αυτή τη δύναμη θυμίζει την υλική πλευρά του ορεινού πολέμου: η διαδρομή ενός φορτίου μπορούσε να είναι εξίσου αναγκαία με τη διαδρομή μιας διαταγής.
Γιατί το Μέτσοβο άλλαζε το νόημα της επίθεσης
Η ιταλική 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» είχε κατεύθυνση προς το Μέτσοβο. Η προώθησή της μέσα από την Πίνδο απειλούσε τη σύνδεση των ελληνικών δυνάμεων και τη δυνατότητα κίνησης από την Ήπειρο προς τα ανατολικά. Το Μέτσοβο λειτουργεί εδώ ως κλειδί για να καταλάβουμε τον σχεδιασμό. Μια επίθεση μπορεί να στοχεύει σε έναν κόμβο επειδή η κατάληψή του επηρεάζει άλλες δυνάμεις, ακόμη και μακριά από το ίδιο το σημείο. Η προέλαση προς τα εκεί θα δημιουργούσε συνέπειες σε ένα ευρύτερο σύστημα άμυνας, ανεφοδιασμού και επικοινωνίας.
Στην Πίνδο οι ορεινές γραμμές περιόριζαν τις δυνατότητες μετακίνησης μονάδων και εφοδίων. Μια κορυφή μπορούσε να επιτηρεί μια διαδρομή. Μια διάβαση μπορούσε να επιτρέπει την επικοινωνία ή να την εμποδίζει. Ένα χωριό αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία όταν βρισκόταν πάνω σε δρόμο που χρειαζόταν μια ολόκληρη επιχείρηση. Στον ίδιο χώρο, η κατάληψη ενός υψώματος μπορούσε να επηρεάζει τη δυνατότητα ενός άλλου τμήματος να κρατήσει τη θέση του. Η διατήρηση της σύνδεσης με τις δυνάμεις της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας εξαρτιόταν από αυτή την αλληλουχία περασμάτων και θέσεων.
Οι αριθμοί δείχνουν την ανισορροπία της αρχικής αναμέτρησης: περίπου δύο χιλιάδες άνδρες στο ελληνικό απόσπασμα, απέναντι σε μια ιταλική μεραρχία που υπολογίζεται περίπου στις δέκα χιλιάδες οκτακόσιους. Πρόκειται για συνολικά μεγέθη των δυνάμεων, με όσα συνεπάγονται η διάταξη και η μετακίνησή τους στο ορεινό έδαφος. Η εικόνα δεν μπορεί να γίνει ένα στατικό πλήθος συγκεντρωμένο σε μία πλαγιά. Η πίεση ξεδιπλωνόταν μέσα στον χώρο και στον χρόνο. Για τον μικρότερο αμυνόμενο, κάθε ώρα που διατηρούνταν η συνοχή είχε σημασία, επειδή επέτρεπε να συνεχιστεί η αντίσταση και να φθάσουν ενισχύσεις.

Γραφιστική επιμέλεια και σύνθεση: Δες την Πραγματικότητα
Αρχική εικόνα: AlexikouaΆδεια αρχικής εικόνας: CC BY-SA 4.0
Η 28η Οκτωβρίου δεν άρχισε με τη νίκη έτοιμη
Στις πέντε το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση στην Πίνδο, με κύρια προσπάθεια στον κεντρικό τομέα. Ως το απόγευμα τα ελληνικά τμήματα εκεί συμπτύχθηκαν στη γραμμή Πάτωμα, Μούκα, Επάνω Αρένα. Στα άκρα άλλα τμήματα κρατούσαν τις θέσεις τους. Η άμυνα είχε αρχίσει να μεταβάλλεται άνισα μέσα στον ίδιο τομέα. Η σύνδεση των τμημάτων γινόταν δυσκολότερη όσο η ιταλική προσπάθεια πίεζε προς τα μέσα. Ο Δαβάκης έπρεπε να συνεχίσει να διοικεί μια δύναμη της οποίας η διάταξη άλλαζε, ενώ ο αντίπαλος επιδίωκε να εκμεταλλευθεί το ρήγμα.
Οι επόμενες δύο ημέρες αύξησαν την πίεση. Κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες και απέναντι σε πολυπληθέστερο αντίπαλο, το απόσπασμα συμπτύχθηκε στη γραμμή Σαμαρίνα, Κούτσουρο, Τσούκα. Ο στόχος της ιταλικής προέλασης παρέμενε νοτιότερα και η αμυντική διάταξη μετακινούνταν προς τα πίσω. Η ελληνική διοίκηση αντιμετώπιζε πλέον την ανάγκη να στηρίξει άμεσα τον τομέα της Πίνδου. Η συνέχιση της αντίστασης είχε διπλή σημασία: να μην παραδοθούν ανεμπόδιστα οι διεξόδοι και να παραμείνει μια οργανωμένη δύναμη στην οποία θα μπορούσε να στηριχθεί η άφιξη των ενισχύσεων. Το αποτέλεσμα κρινόταν ακόμη.
Η σύμπτυξη έφερνε μαζί της ένα σύνθετο πρόβλημα. Οι άνδρες έπρεπε να απομακρυνθούν από μια θέση διατηρώντας την ικανότητα να πολεμήσουν στην επόμενη. Η διαταγή χρειαζόταν να γίνει κατανοητή και να εκτελεστεί όσο ο αντίπαλος εξακολουθούσε να κινείται. Αν χανόταν η συνοχή, μειωνόταν και η δυνατότητα νέας άμυνας. Η διατήρησή της επέτρεπε να συνεχιστεί ο αγώνας σε άλλη γραμμή. Στην Πίνδο, η αντίσταση συνεχιζόταν μέσα από αυτή τη μετακίνηση προς τα πίσω. Οι νέες μονάδες που θα έφθαναν στον τομέα θα συναντούσαν ένα απόσπασμα που εξακολουθούσε να πολεμά.
Οι ενισχύσεις και η αλλαγή της φοράς
Η δυσμενής εξέλιξη στην Πίνδο προκάλεσε την αποστολή ενισχύσεων. Η Ι Μεραρχία προωθήθηκε προς το Επταχώρι και ανέλαβε την ανασυγκρότηση και την ενίσχυση της προσπάθειας. Εδώ η ιστορία ξεπερνά αναγκαστικά το πρόσωπο ενός διοικητή. Η αρχική αντίσταση είχε κρατήσει ανοιχτό ένα πεδίο δράσης, αλλά η συνέχεια απαιτούσε πρόσθετες δυνάμεις και ευρύτερο συντονισμό. Όσο ο ιταλικός σχηματισμός προωθούνταν προς νότο, η ελληνική πλευρά προσπαθούσε να μετατρέψει την άμυνα σε δυνατότητα προσβολής του. Η πρωτοβουλία έπρεπε να κερδηθεί με πράξεις, μέσα σε μια κατάσταση που συνέχιζε να αλλάζει.
Την 1η Νοεμβρίου εκδηλώθηκε ελληνική αντεπίθεση εναντίον του αριστερού πλευρού της Τζούλια. Η κατεύθυνση έχει τη σημασία της: μια δύναμη που προελαύνει χρειάζεται προστασία και στα πλάγια της. Καθώς το μήκος της διαδρομής της μεγαλώνει, αυξάνονται και οι απαιτήσεις για τη διατήρηση της σύνδεσης και του εφοδιασμού της. Η δυνατότητα να προσβληθεί ένα πλευρό μπορεί να μεταβάλει τη σχέση των αντιπάλων. Εκείνος που μέχρι τότε δεχόταν την πίεση μπορεί να δημιουργήσει δικό του πρόβλημα στον επιτιθέμενο, αναγκάζοντάς τον να μοιράσει διαφορετικά την προσοχή και τις δυνάμεις του.
Στις 2 και 3 Νοεμβρίου η Ι Μεραρχία κατέλαβε το Ταμπούρι και τη Φούρκα. Στις 3 Νοεμβρίου η Ταξιαρχία Ιππικού ανακατέλαβε τη Σαμαρίνα. Τα ονόματα αυτά δείχνουν τη συλλογική και διαδοχική φύση της ανατροπής. Η ελληνική επιτυχία χρειαζόταν την αρχική άμυνα, την άφιξη άλλων μονάδων και τη συνέχεια των ενεργειών τους. Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, οι κάτοικοι της περιοχής μετέφεραν τρόφιμα, πυρομαχικά και εφόδια. Η μεταφορά τους ήταν μέρος της δυνατότητας να διατηρηθούν οι μαχητές στις θέσεις τους. Ο ανεφοδιασμός ένωνε την προσπάθεια των χωριών με την προσπάθεια της πρώτης γραμμής.
Από τις 4 ως τις 6 Νοεμβρίου η ελληνική προσπάθεια συνεχίστηκε με ευρύτερες δυνάμεις, καθώς η Μεραρχία Ιππικού ενίσχυε πλέον την επιχείρηση. Η Τζούλια υποχωρούσε και τμήματά της κινδύνευαν να αποκοπούν στο Δίστρατο. Η επέμβαση της 47ης ιταλικής Μεραρχίας «Μπάρι» βοήθησε να εξασφαλιστούν διαβάσεις για τη διαφυγή των υπολειμμάτων της. Η προέλαση που είχε απειλήσει τη σύνδεση των Ελλήνων είχε εξελιχθεί σε πρόβλημα διαφυγής για τους αλπινιστές. Ο Δαβάκης, όμως, δεν βρισκόταν πια επικεφαλής στο πεδίο. Η δική του διαδρομή είχε κοπεί από το τραύμα κοντά στη Φούρκα.
Η πληγή και η μάχη που έπρεπε να συνεχιστεί
Στις πρώτες ημέρες του Νοεμβρίου, κοντά στον Προφήτη Ηλία της Φούρκας, ο Δαβάκης τραυματίστηκε βαριά στο στήθος. Η παρουσία του στο πεδίο της μάχης διακόπηκε. Το όνομα του ταγματάρχη Ιωάννη Καραβία συνδέεται με τη συνέχεια της διοίκησης μετά τον τραυματισμό του. Η μεταβολή αυτή δοκιμάζει μια μονάδα σε δύο επίπεδα: υπάρχει ο τραυματισμένος άνθρωπος που χρειάζεται φροντίδα και υπάρχει η αποστολή που εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη. Οι δύο ανάγκες συνυπάρχουν την ίδια στιγμή. Η σωτηρία του ενός δεν μπορούσε να περιμένει τη λήξη της μάχης.
Είχε αναλάβει την αρχική, δυσανάλογα δύσκολη αποστολή και είχε φθάσει ως την κρίσιμη στροφή της αντίστασης προς την αντεπίθεση. Στη συνέχεια, οι ελληνικές μονάδες εξακολούθησαν να πιέζουν και να αποκαθιστούν την αμυντική γραμμή, ώσπου η προσπάθεια ολοκληρώθηκε στις 13 Νοεμβρίου. Στο μεταξύ άλλοι αξιωματικοί ανέλαβαν τις αποφάσεις και άλλοι άνδρες συνέχισαν να μετακινούνται, να πολεμούν και να στηρίζουν τα τμήματα. Η Πίνδος είχε κρατήσει τον σύνδεσμο που κινδύνευε να χαθεί. Το αρχικό απόσπασμα και οι ενισχύσεις είχαν συμμετάσχει σε διαφορετικές φάσεις της ίδιας αναμέτρησης, με τον τραυματισμένο διοικητή να ακολουθεί πλέον τη διαδρομή της περίθαλψης.
Από το μέτωπο μεταφέρθηκε για νοσηλεία στην Κοζάνη και στην Αθήνα. Η ζωή του άλλαξε κατεύθυνση καθώς η χώρα συνέχιζε τον πόλεμο. Για έναν αξιωματικό που είχε ήδη χρόνια επιβάρυνση της υγείας του, η βαριά πληγή πρόσθετε μια νέα πραγματικότητα. Το δημόσιο όνομά του συνδεόταν πλέον με μια σημαντική επιτυχία. Η καθημερινή του κατάσταση, όμως, περιλάμβανε την ανάγκη περίθαλψης και ανάρρωσης. Αν αφήσουμε για λίγο τον τίτλο του ήρωα στην άκρη, βλέπουμε τον άνθρωπο που έπρεπε να ζήσει μετά τον τραυματισμό. Η συνέχεια θα εξελισσόταν μέσα στην κατεχόμενη Ελλάδα.
Η Κατοχή άλλαξε τη θέση του
Η εισβολή και η Κατοχή μετέβαλαν ριζικά το περιβάλλον στο οποίο ζούσε. Ο αξιωματικός της Πίνδου βρισκόταν πλέον σε μια χώρα όπου οι δυνάμεις Κατοχής μπορούσαν να περιορίσουν την κίνησή του και τελικά την ελευθερία του. Η προηγούμενη στρατιωτική του θέση δεν εξασφάλιζε προστασία. Τον Δεκέμβριο του 1942 συνελήφθη από τις ιταλικές αρχές. Η ημερομηνία αυτή ανοίγει το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του και μεταφέρει το βάρος της αφήγησης από τη διοίκηση μιας μονάδας στην τύχη ενός κρατουμένου. Η απόφαση για τη μετακίνησή του θα λαμβανόταν πια από άλλους.
Η κράτηση τον έφερε μαζί με άλλους Έλληνες αξιωματικούς που θα μεταφέρονταν στην Ιταλία. Η Πάτρα έγινε ο επόμενος σταθμός. Το λιμάνι, τόπος αναχώρησης για ένα ταξίδι προς τη δυτική ακτή της Αδριατικής, ήταν τώρα το πέρασμα προς την εξορία. Ο Δαβάκης δεν αναχωρούσε για εκπαίδευση, όπως παλαιότερα στη Γαλλία, ούτε μετακινούνταν για να αναλάβει μια μονάδα. Μεταφερόταν υπό κράτηση. Το ίδιο όνομα που στην Ελλάδα είχε συνδεθεί με την άμυνα της Πίνδου βρισκόταν πλέον ανάμεσα σε εκείνα των ανθρώπων που οι κατοχικές αρχές έστελναν έξω από τη χώρα. Η κατεύθυνση ήταν το Μπάρι.
Στην Πάτρα ο Δαβάκης περίμενε μια αναχώρηση που δεν είχε επιλέξει. Οι αποφάσεις για τον προορισμό και τη μετακίνησή του ανήκαν στις αρχές που τον κρατούσαν. Το πλοίο στο οποίο θα επιβιβαζόταν μετέφερε επίσης ιταλικό στρατιωτικό προσωπικό. Οι άνθρωποι που θα βρίσκονταν πάνω του είχαν διαφορετική θέση και διαφορετική σχέση με το ταξίδι: πλήρωμα, στρατιωτικοί και Έλληνες κρατούμενοι θα περνούσαν την Αδριατική στο ίδιο σκάφος. Ο αιχμάλωτος αξιωματικός της Πίνδου βρισκόταν ανάμεσά τους, σε ένα θαλάσσιο πεδίο πολέμου. Το όνομα του πλοίου ήταν Città di Genova.
Το πλοίο που δεν έφθασε στο Μπάρι
Η μεταφορά ξεκίνησε από την Πάτρα με κατεύθυνση προς την Ιταλία. Το Città di Genova έπλεε προς το Μπάρι, μεταφέροντας και Έλληνες κρατουμένους. Η απόσταση από την Πίνδο είχε πλέον μεγαλώσει με τρόπο που δεν μετριόταν μόνο γεωγραφικά. Τα βουνά, οι διαβάσεις και οι μονάδες που μπορούσαν να ενισχύσουν μια άμυνα ανήκαν σε ένα προηγούμενο κεφάλαιο. Στη θαλάσσια διαδρομή ο Δαβάκης βρισκόταν μέσα σε ένα μέσο ελεγχόμενο από εκείνους που τον κρατούσαν. Η εμπειρία του ως διοικητή δεν μπορούσε να μετατρέψει αυτή τη θέση σε ελευθερία δράσης.
Στις 21 Ιανουαρίου 1943, στην Αδριατική κοντά στη Σάσωνα, το πλοίο τορπιλίστηκε και βυθίστηκε από το βρετανικό υποβρύχιο HMS Tigris. Ο Δαβάκης ήταν ανάμεσα στους νεκρούς. Η ακολουθία των γεγονότων έχει μια τραγική οξύτητα: ένας Έλληνας αξιωματικός, κρατούμενος των Ιταλών, χάθηκε μέσα σε ιταλικό πλοίο που χτυπήθηκε από συμμαχικό υποβρύχιο. Η σύγκρουση των στρατιωτικών δυνάμεων και η τύχη των ανθρώπων που βρίσκονταν πάνω στο πλοίο συναντήθηκαν στην ίδια καταστροφή. Το αποτέλεσμα δεν χωρά εύκολα στη συνηθισμένη εικόνα ενός ήρωα που πεθαίνει την ώρα της επίθεσης.
Ο προορισμός έμεινε έξω από τη ζωή του. Είχε επιβιώσει από τις μάχες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, είχε συνεχίσει τη σταδιοδρομία του παρά την επιβάρυνση της υγείας του και είχε βγει ζωντανός από τον σοβαρό τραυματισμό στην Πίνδο. Τον Ιανουάριο του 1943 η διαδρομή σταμάτησε μέσα σε μια μεταφορά κρατουμένων, πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδας. Το όνομά του έμεινε δεμένο με ένα βουνό, ενώ ο θάνατός του ανήκε στη θάλασσα. Ανάμεσα στα δύο βρίσκονταν η πληγή, η νοσηλεία, η Κατοχή και η σύλληψη: οι σταθμοί που συνδέουν την επιτυχία του διοικητή με το τέλος του ομήρου.
Τι ζητά από εμάς η μνήμη του
Αν επιστρέψουμε στο χιτώνιο, μπορούμε πια να δούμε περισσότερα από το ένδυμα ενός γνωστού στρατιωτικού. Πίσω του υπάρχει ο νέος από τα Κεχριάνικα, ο απόφοιτος της Ευελπίδων, ο μαχητής του Σκρα και της Δοϊράνης, ο άνθρωπος που έζησε με μια χρόνια πάθηση. Υπάρχει επίσης ο σπουδαστής στη Γαλλία, ο συγγραφέας που ασχολήθηκε με τα άρματα και ο αξιωματικός που επέμενε στη σημασία της προσαρμογής. Η στολή συνδέεται έτσι με μια ζωή μεγαλύτερη από τη στιγμή για την οποία ο ιδιοκτήτης της έμεινε περισσότερο γνωστός.
Η Πίνδος γίνεται πιο κατανοητή όταν διατηρούμε τις πραγματικές της δυσκολίες. Την αρχική ανισορροπία, τις συμπτύξεις, την ανάγκη ενίσχυσης, την αντεπίθεση, τη μεταβίβαση της διοίκησης και την επιμονή όσων συνέχισαν. Ο Δαβάκης έχει τη θέση του μέσα σε αυτή τη συλλογική προσπάθεια. Δίπλα της πρέπει να μείνει και η μεταγενέστερη αδυναμία του κρατουμένου, επειδή το να θυμόμαστε μόνο την ώρα που ένας άνθρωπος διέθετε εξουσία μάς εμποδίζει να δούμε τι του συνέβη όταν τη στερήθηκε. Η ζωή του δεν σταμάτησε στην επιτυχία που έκανε διάσημο το όνομά του.
Το Città di Genova μάς αναγκάζει να ακολουθήσουμε τη μνήμη ως το σημείο που δυσκολεύει. Εκεί όπου μια συμμαχική πολεμική ενέργεια συναντά την τύχη Ελλήνων ομήρων και όπου η έννοια της νίκης δεν μπορεί να προστατέψει κανέναν από την απώλεια. Το όνομα του Δαβάκη εξακολουθεί να διαβάζεται σε δημόσιους χώρους. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι γνωρίζουμε όταν το προφέρουμε: θυμόμαστε μόνο τον διοικητή που αντιστάθηκε στην εισβολή ή μπορούμε να κρατήσουμε μαζί τη γνώση που καλλιέργησε, τους ανθρώπους με τους οποίους πολέμησε και την αιχμαλωσία που καθόρισε το τέλος του;






