Νικόλαος Γ. Πολίτης: ο άνθρωπος που έβαλε τους βρυκόλακες στο αρχείο
Πίσω από τις ιστορίες για νεκρούς που επιστρέφουν υπάρχει ένας πραγματικός Έλληνας ερευνητής. Ακολουθούμε το βιβλίο του, τις διαδρομές των αφηγήσεων και τον φόβο που άφησε ίχνη στο χαρτί.

Νικόλαος Γ. Πολίτης: Το 1889 ο Νικόλαος Γ. Πολίτης δημοσιεύει μια παράδοση της Φελλόης των Καλαβρύτων, την οποία του κοινοποίησε ο γιατρός Χ. Π. Κόρυλλος. Ο Αλέξανδρος έχει φέρει αθάνατο νερό για να λουστεί. Μέσα στη διήγηση, όμως, η αθανασία περνά στις αδελφές του, σε μια κότα και σε ένα σκυλοκρέμμυδο. Ο λαογράφος κρατά το όνομα του μεταδότη, τον τόπο και τις συνδέσεις με παλιότερα αναγνώσματα. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, στις Παραδόσεις, βρυκόλακες, γοργόνες και στοιχειά αποκτούν θέση σε μια μεγάλη συλλογή. Ακολουθώντας τα ίχνη της, φτάνουμε σε μια χήρα με ανεξόφλητα χρέη, σε ανθρώπους που περιμένουν δεύτερο κάλεσμα πριν απαντήσουν και σε σώματα που οι αφηγήσεις στέλνουν σε άλλο νησί. Πίσω από κάθε πλάσμα ανοίγει μια υπόθεση για τους ζωντανούς.
Νικόλαος Γ. Πολίτης: Ο ερευνητής πίσω από τα στοιχειά
Ο Νικόλαος Γ. Πολίτης έζησε από το 1852 έως το 1921 και υπήρξε λαογράφος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το όνομά του συνδέθηκε με τη συγκρότηση της ελληνικής λαογραφίας ως οργανωμένου πεδίου έρευνας. Αν αυτή η περιγραφή ακούγεται τακτοποιημένη, αρκεί να ανοίξουμε το έργο του για να χαλάσει η ησυχία της. Εκεί συναντούμε ανθρώπους που φοβούνταν έναν τόπο, περίμεναν ένα σημάδι, προσπαθούσαν να εξηγήσουν μια συμφορά ή έδιναν μορφή σε κάτι που δεν μπορούσαν να ελέγξουν. Ο καθηγητής δεν τους αντικατέστησε με μια γενική ιδέα για τον λαό. Άφησε να διατηρηθούν οι ιστορίες τους.
Το ενδιαφέρον του για τον λαϊκό βίο εμφανίστηκε από τα μαθητικά του χρόνια. Ακολούθησαν σπουδές φιλολογίας και νομικών, βιβλία, συνεργασίες και η μακρά προσπάθεια να συγκεντρωθεί υλικό που βρισκόταν διασκορπισμένο. Η διαδρομή έχει σημασία επειδή ο Πολίτης δεν προέκυψε ως ένας κυνηγός του παράξενου που αναζητούσε μόνο το επόμενο εντυπωσιακό περιστατικό. Το παράξενο εντασσόταν σε μια πολύ μεγαλύτερη ερώτηση: με ποιες λέξεις, συνήθειες και αφηγήσεις οργανώνουν οι άνθρωποι τη ζωή τους; Ένα τραγούδι και μια ιστορία για βρυκόλακα μπορούσαν να ανήκουν στον ίδιο κόσμο έρευνας.
Οι τίτλοι των έργων του αποκαλύπτουν το εύρος αυτής της αναζήτησης. Η Νεοελληνική μυθολογία προηγήθηκε, οι Παροιμίες και οι Παραδόσεις διεύρυναν το πεδίο, ενώ αργότερα οι Εκλογές από τα τραγούδια του ελληνικού λαού έδωσαν μια άλλη είσοδο στην προφορική δημιουργία. Αν τα χωρίσουμε αυστηρά σε διαφορετικά ράφια, κινδυνεύουμε να χάσουμε τη μεταξύ τους συνομιλία. Ο άνθρωπος που τραγουδούσε για τον αποχωρισμό μπορούσε να πιστεύει ότι ένας νεκρός δεν αναπαύεται. Ο φόβος, η μνήμη και η παρηγοριά δεν ακολουθούσαν τις δικές μας εκδοτικές κατηγορίες.
Ο Πολίτης άφησε έτσι ένα διπλό αποτύπωμα. Το ένα είναι προσωπικό, η εργασία ενός συγκεκριμένου ανθρώπου με τη συγκριτική και φιλολογική του ματιά. Το άλλο είναι συλλογικό: η δυνατότητα να βρεθούν δίπλα δίπλα φωνές που διαφορετικά θα έμεναν χωρισμένες από βουνά, νησιά, χρόνο και κοινωνική απόσταση. Δεν ακούμε όλες αυτές τις φωνές αδιαμεσολάβητες. Τις συναντούμε μέσα από καταγραφές, παλαιότερα βιβλία και επιλογές έκδοσης. Ωστόσο, η συνάντηση εξακολουθεί να συμβαίνει. Και η ευθύνη του αναγνώστη αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η βολική ιδέα ότι πρόκειται απλώς για παλιές ιστορίες.
Το βιβλίο που κρατά δύο διαφορετικές εντάσεις
Οι Παραδόσεις κυκλοφόρησαν το 1904, σε δύο τόμους, στο πλαίσιο των Μελετών περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού. Η ίδια η μεγάλη επιγραφή του έργου αλλάζει την προοπτική. Το αντικείμενο δεν είναι μόνο ένα φανταστικό πλάσμα. Είναι ο βίος και η γλώσσα των ανθρώπων που μιλούσαν γι' αυτό. Η αφήγηση αποκτά θέση ανάμεσα σε άλλες αφηγήσεις, ενώ η σύγκριση την ακολουθεί πέρα από το χωριό ή το νησί όπου την τοποθετεί η καταγραφή. Κάθε μικρή ιστορία αρχίζει να δείχνει περισσότερες από μία διαδρομές.
Στη μια πλευρά υπάρχει η δύναμη του επεισοδίου: κάτι εμφανίστηκε, κάποιος φοβήθηκε, μια πράξη έφερε ανακούφιση ή μια προειδοποίηση έμεινε να κυκλοφορεί. Στην άλλη υπάρχει η εργασία της παρατήρησης. Πού αναφέρεται κάτι παρόμοιο; Ποιος το κατέγραψε νωρίτερα; Ποια λεπτομέρεια αλλάζει όταν η ιστορία περνά σε άλλον τόπο; Αυτές οι δύο εντάσεις δεν αλληλοαναιρούνται. Η πρώτη κρατά ζωντανή την ανθρώπινη εμπειρία της αφήγησης. Η δεύτερη ανοίγει τον χώρο μέσα στον οποίο μπορούμε να την εξετάσουμε χωρίς να αρκεστούμε στη γοητεία της.
Αξίζει να σταθούμε στην αρίθμηση. Ένα νούμερο μπροστά σε μια ιστορία μοιάζει ψυχρό, σχεδόν γραφειοκρατικό. Στην πραγματικότητα της δίνει μια διεύθυνση. Μπορεί κάποιος να επιστρέψει στο ίδιο κείμενο, να ελέγξει τι περιλαμβάνει και να διαπιστώσει αν μια νεότερη αφήγηση πρόσθεσε πρόσωπα ή περιστατικά. Το νούμερο γίνεται αντίσταση στη σταδιακή παραμόρφωση. Όταν μια ιστορία απομακρύνεται από την καταγραφή της, μεγαλώνει ευκολότερα. Αποκτά έναν αυτόπτη που δεν αναφέρεται, μια ημερομηνία που δεν υπήρχε, μια δραματική κατάληξη που ταιριάζει περισσότερο στο σημερινό κοινό.
Ο Πολίτης μάς επιτρέπει να κάνουμε την αντίστροφη διαδρομή. Να αφαιρέσουμε τις νεότερες προσθήκες και να δούμε τι πραγματικά παραδόθηκε. Αυτό δεν κάνει το ανάγνωσμα λιγότερο συναρπαστικό. Μερικές φορές το κάνει πιο ανησυχητικό. Μια σύντομη, παράξενη λεπτομέρεια μπορεί να αφήνει περισσότερο χώρο για σκέψη από μια ολοκληρωμένη ιστορία τρόμου. Η σιωπή ενός κειμένου γίνεται τότε μέρος του ενδιαφέροντός του. Δεν ξέρουμε τα πάντα για εκείνον που αφηγήθηκε ή για εκείνον που άκουσε. Ξέρουμε όμως πού αρχίζει η σωζόμενη αφήγηση και μπορούμε να την ακολουθήσουμε χωρίς να προσποιηθούμε ότι διαθέτουμε το χαμένο της υπόλοιπο.
Η γοργόνα που περίμενε μια απάντηση για τον Αλέξανδρο
Υπάρχει ένας τρόπος να δούμε πόσο μακριά ταξίδεψε η εργασία του Πολίτη χωρίς να απομακρυνθούμε από το ίδιο το βιβλίο. Το 1910 ο Τζον Κάθμπερτ Λόσον, γράφοντας για τη νεοελληνική λαϊκή παράδοση, ξεκαθαρίζει ότι για τις γοργόνες στηρίζεται ιδιαίτερα στις έρευνες του Έλληνα καθηγητή. Η παραδοχή έχει τη δική της αξία. Ένας ερευνητής μπορεί να έχει ακούσει ένα όνομα χωρίς να διαθέτει αρκετό υλικό για να περιγράψει τον κόσμο που το περιβάλλει. Εκεί η συλλογή κάποιου άλλου γίνεται γέφυρα. Η ελληνική αφήγηση περνά σε μια ξενόγλωσση μελέτη, διατηρώντας το ίχνος της προέλευσής της.
Στην ακολουθία των παραδόσεων που παρουσιάζει ο Λόσον, η γοργόνα σταματά ένα πλοίο και ρωτά για τον βασιλιά Αλέξανδρο. Από την απάντηση των ναυτικών εξαρτάται αν θα ησυχάσει η θάλασσα ή αν θα καταστραφεί το καράβι. Η μορφή είναι γνωστή σε πολλούς σημερινούς αναγνώστες. Ακριβώς γι' αυτό κινδυνεύουμε να προσπεράσουμε το πιο παράξενο στοιχείο της: μια πληροφορία για έναν ιστορικό άνθρωπο καθορίζει την έκβαση μιας συνάντησης με ένα θαλάσσιο πλάσμα. Η Ιστορία έχει περάσει μέσα στο παραμύθι και έχει γίνει ζήτημα επιβίωσης.
Η αφήγηση μπορεί να διαβαστεί σε περισσότερα από ένα επίπεδα. Στην επιφάνειά της υπάρχει μια σωστή απάντηση που πρέπει να γνωρίζει ο ταξιδιώτης. Πιο βαθιά βρίσκεται η άρνηση να γίνει αποδεκτός ο θάνατος ενός ισχυρού προσώπου. Η μνήμη αποκτά σώμα και ζητεί από τον περαστικό να συμμετάσχει στη διατήρησή της. Αυτή είναι μια δική μας αναγνωστική δυνατότητα, όχι η εξομολόγηση κάποιου παλιού αφηγητή. Μας βοηθά όμως να καταλάβουμε γιατί τέτοιες ιστορίες αντέχουν: οργανώνουν μια δύσκολη σχέση ανάμεσα σε όσα γνωρίζουμε και σε όσα θα επιθυμούσαμε να συνεχίζουν να υπάρχουν.
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή ο Πολίτης ξαναγίνεται ορατός. Η αξία της συλλογής του δεν βρίσκεται μόνο στη διατήρηση ενός εντυπωσιακού πλάσματος. Βρίσκεται στην ευκαιρία να παρακολουθήσουμε συναντήσεις διαφορετικών μορφών μνήμης. Ο Αλέξανδρος δεν παραμένει αποκλειστικά θέμα ιστορικής εξιστόρησης, ούτε η θάλασσα λειτουργεί ως απλό φόντο. Η ιστορία τούς συνδέει, τους μεταμορφώνει και δημιουργεί έναν κανόνα για τον ακροατή. Αν αφαιρέσουμε αυτό το πλέγμα και κρατήσουμε μόνο μια όμορφη γοργόνα, θα έχουμε χάσει το μεγαλύτερο μέρος της περιπέτειας που προσπάθησε να διασώσει ο λαογράφος.
Το αθάνατο νερό που έχασε ο κατακτητής
Για να φθάσουμε πιο κοντά στον ίδιο τον Πολίτη, αξίζει να γυρίσουμε σε ένα δικό του κείμενο πριν από τις Παραδόσεις. Στο ημερολόγιο του 1889 δημοσίευσε τη μελέτη Αλέξανδρος ο Μέγας κατά τας δημώδεις παραδόσεις. Εκεί το θαλάσσιο πλάσμα αποκτά συντροφιά: εμφανίζονται οι αδελφές του κατακτητή, το αθάνατο νερό και ένας άνθρωπος με πραγματικό όνομα, ο γιατρός Χ. Π. Κόρυλλος. Ο Πολίτης αναφέρει ότι ο γιατρός τού κοινοποίησε μια παράδοση από τον δήμο Φελλόης των Καλαβρύτων. Η συγκεκριμένη σύνδεση κάνει τη διαφορά. Έχουμε ένα δημοσιευμένο κείμενο και έναν κατονομασμένο μεταδότη, αντί για μια ιστορία που απλώς αποδίδεται αόριστα στους παλιούς.
Στην παράδοση αυτή ο Αλέξανδρος φέρνει δύο δοχεία με αθάνατο νερό, σκοπεύοντας να λουστεί. Ένας αξιωματικός που του κρατά κακία αποκαλύπτει το μυστικό στις αδελφές του και τις παρακινεί να το χρησιμοποιήσουν πρώτες. Εκείνες λούζονται και αντικαθιστούν το πολύτιμο περιεχόμενο με άλλο νερό. Η μεγάλη αναζήτηση του βασιλιά χάνεται μέσα σε μια πράξη που γίνεται στο σπίτι. Ο άνθρωπος που κατέκτησε τον κόσμο δεν μπορεί να εξασφαλίσει αυτό που είχε φέρει ως το κατώφλι του. Η ίδια η πλοκή αντιστρέφει την ισχύ: η στρατιωτική επικράτηση δεν αρκεί απέναντι στη ζήλια, στην εξαπάτηση και στον θάνατο.
Το νερό που χύνεται μετά το λούσιμο βρέχει μια κότα και ένα σκυλοκρέμμυδο. Με αυτή τη μικρή μετατόπιση η αφήγηση επιχειρεί να εξηγήσει συνηθισμένα πράγματα: την ετήσια αλλαγή του φτερώματος και την αντοχή του φυτού ακόμη κι όταν βρίσκεται κρεμασμένο. Οι αδελφές, πάλι, γίνονται νεράιδες. Το αδύνατο ταξίδι της αθανασίας περνά έτσι από τον παγκόσμιο κατακτητή σε ένα φυτό, σε ένα ζώο και σε πλάσματα του τοπίου. Μια ιστορία που ξεκινά στην άκρη του κόσμου καταλήγει δίπλα στην καθημερινή παρατήρηση. Ο ακροατής μπορεί να βλέπει γύρω του πράγματα που η αφήγηση έχει ήδη εντάξει στο δικό της σύστημα αιτιών.
Στην ίδια εκδοχή οι νεράιδες γίνονται απειλητικές για τον περαστικό, ενώ η επίκληση του ονόματος του Αλεξάνδρου φέρνει τις αδελφές του σε βοήθειά του. Ο Πολίτης διασώζει, επομένως, περισσότερα από μια περιπέτεια για χαμένο νερό. Διασώζει έναν κανόνα συμπεριφοράς μέσα σε έναν νοητό κίνδυνο. Το όνομα λειτουργεί σαν γνώση που μπορεί να μεταβιβαστεί: όποιος ξέρει την ιστορία ξέρει και τι να κάνει όταν βρεθεί στο επίφοβο πέρασμα. Αυτός ο μηχανισμός μάθησης προσθέτει βάρος στη διήγηση. Η επανάληψή της προσφέρει στον ακροατή μια θέση μέσα σε έναν κόσμο τον οποίο διαφορετικά θα αντιμετώπιζε ανυπεράσπιστος.
Εδώ φαίνεται καθαρά και το ενδιαφέρον του ίδιου του λαογράφου. Η γεωγραφία, το όνομα του μεταδότη, η τοπική εκδοχή και η σύνδεση με άλλα κείμενα συνυπάρχουν στην ίδια μικρή μελέτη. Ο Πολίτης μπορεί να ακολουθεί έναν βασιλιά, αλλά ο πραγματικός θησαυρός του είναι ο τρόπος με τον οποίο άλλοι άνθρωποι τον ξαναδιηγήθηκαν. Αν αφαιρούσαμε τη Φελλόη και τον Κόρυλλο, θα έμενε μια ωραία ιστορία. Διατηρώντας τους, μένει επιπλέον μια διαδρομή που μπορούμε να εξετάσουμε.
Ένα βιβλίο ταξιδεύει από χέρι σε στόμα
Ο Πολίτης προχωρεί το 1889 σε μια εξήγηση που περιπλέκει ευχάριστα την εικόνα μιας παράδοσης κλεισμένης στο στόμα του χωριού. Συνδέει τις λαϊκές αφηγήσεις για τον Αλέξανδρο με τη μεγάλη γραπτή οικογένεια του Ψευδοκαλλισθένη και με τη μεταγενέστερη Φυλλάδα του Αλεξάνδρου. Η δική του ανάγνωση δίνει στα βιβλία ενεργό ρόλο στη διάδοση και στον μετασχηματισμό του ήρωα. Η προφορική μνήμη συνομιλεί με το ανάγνωσμα. Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει μια ιστορία από το χαρτί και κάποιος άλλος να την ακούσει από εκείνον χωρίς να έχει δει ποτέ το βιβλίο.
Η σκέψη ανοίγει δύο δρόμους. Στον πρώτο ακολουθούμε τη γραπτή αφήγηση: αντιγραφές, μεταπλάσεις, εκδόσεις, διαδοχικούς αναγνώστες. Στον δεύτερο παρακολουθούμε τη ζωντανή χρήση της: ποιο επεισόδιο συγκρατείται, ποιο γίνεται πιο οικείο, ποιο δένεται με ένα τοπικό τοπίο ή με μια καθημερινή παρατήρηση. Οι δρόμοι μπορούν να συναντηθούν πολλές φορές. Το αποτέλεσμα δεν χρειάζεται να μοιάζει με το αρχικό του ανάγνωσμα. Η μνήμη επιλέγει, συντομεύει και αλλάζει το κέντρο βάρους. Η ιστορία που εξηγούσε τη μοίρα του μεγάλου βασιλιά μπορεί τελικά να εξηγεί γιατί ένα φυτό επιμένει να ζει.
Αυτή είναι και μια συναρπαστική όψη της έρευνας του Πολίτη: επιτρέπει να αναζητούμε σχέσεις χωρίς να σβήνουμε τις διαφορές. Οι αδελφές της παράδοσης των Καλαβρύτων και η θαλάσσια μορφή που ρωτά τους ναυτικούς δεν είναι υποχρεωτικό να χωρέσουν σε μια και μοναδική, οριστική αφήγηση. Η αθανασία, η συγγένεια με τον Αλέξανδρο και η δύναμη του ονόματός του τις φέρνουν κοντά. Οι διαφορετικές πράξεις και τα διαφορετικά περιβάλλοντα δείχνουν ότι οι αφηγητές χρησιμοποιούσαν το υλικό με περισσότερους τρόπους. Η παραλλαγή αποτελεί μέρος του ενδιαφέροντος του θέματος, όχι μια ατέλεια που πρέπει να εξαφανίσουμε για να βγει πιο καθαρή η ιστορία.
Για τον σημερινό αναγνώστη, που συναντά την ίδια διήγηση σε δεκάδες αναρτήσεις, αυτή η παλιά παρατήρηση αποκτά ιδιαίτερη οξύτητα. Ποια εκδοχή διαβάζει; Τι έχει κρατήσει από το κείμενο που τη μετέφερε; Μήπως η οικεία διατύπωση κρύβει μια πολύ πιο σύνθετη διαδρομή; Το ενδιαφέρον μετακινείται από την εύκολη αναγνώριση του μύθου στην περιπέτεια της μετάδοσής του. Ο Πολίτης γίνεται πολύτιμος ακριβώς επειδή επιμένει να αφήνει ίχνη αυτής της διαδρομής. Το παρελθόν δεν βρίσκεται έτοιμο σε ένα κλειστό κουτί. Φθάνει μέσα από ανθρώπους που διάβασαν, θυμήθηκαν και άλλαξαν όσα παρέλαβαν.
Η Σαντορίνη στο τέλος μιας παράξενης διαδρομής
Στην ενότητα για τους βρυκόλακες ο Λόσον επιστρέφει ξανά στις Παραδόσεις του Πολίτη. Μνημονεύει δύο αφηγήσεις, από τη Μύκονο και από τα Σφακιά, στις οποίες η λύση αναζητείται στη μεταφορά του σώματος στη Σαντορίνη. Η παραπομπή οδηγεί σε συγκεκριμένες σελίδες του έργου του 1904. Βρισκόμαστε επομένως μπροστά σε μια πραγματική διαδρομή κειμένων: μια ελληνική συλλογή, μια μεταγενέστερη μελέτη και μια γεωγραφία φόβου που συνδέει διαφορετικούς τόπους. Το παράξενο δεν είναι μόνο η επιστροφή ενός νεκρού. Είναι ότι η ιστορία γνωρίζει πού πρέπει να σταλεί για να σταματήσει.
Ένα νησί αποκτά έτσι μέσα στις αφηγήσεις τη φήμη του τόπου που μπορεί να χειριστεί αυτό που οι άλλοι φοβούνται. Η τοπική κοινωνία της ιστορίας δεν αρκείται να ονομάσει τον κίνδυνο. Αναζητεί έναν έξω ειδικό, μια άλλη περιοχή που θεωρείται ότι διαθέτει αποτελεσματικότερη γνώση. Η δομή μάς είναι οικεία ακόμη κι αν η συγκεκριμένη πίστη μάς φαίνεται μακρινή. Όταν ένα πρόβλημα ξεπερνά τα διαθέσιμα μέσα, κάποιος υποδεικνύει έναν τόπο όπου υποτίθεται ότι ξέρουν καλύτερα. Η διαφορά είναι ότι εδώ η μεταφορά αφορά ένα σώμα φορτισμένο με την υποψία μιας αδύνατης συνέχειας.
Μπορούμε να δούμε στη θάλασσα περισσότερα από ένα πράγματα. Αποτελεί πραγματικό χώρο μετακίνησης και ταυτόχρονα ισχυρό σύνορο μέσα σε μια αφήγηση. Αν ο φόβος συνδέεται με την επιστροφή, η απόσταση μπορεί να μοιάζει μέρος της λύσης. Αν συνδέεται με ειδική γνώση, το ταξίδι οδηγεί προς εκείνον που θα αναλάβει την επέμβαση. Οι δύο αναγνώσεις δεν χρειάζεται να συγχωνευθούν σε μία βεβαιότητα. Η έντασή τους βρίσκεται στο ότι η κοινότητα της ιστορίας επιχειρεί να βάλει ένα τέλος, να διαχωρίσει ξανά τον κόσμο των ζωντανών από αυτό που θεωρεί ότι τον παραβιάζει.
Για τον Πολίτη η καταγραφή τέτοιων τόπων και διαδρομών προσφέρει τη δυνατότητα σύγκρισης. Ένα ίδιο όνομα μπορεί να καλύπτει διαφορετικές αντιλήψεις και μια παρόμοια λύση να επανέρχεται μακριά από την πρώτη της εμφάνιση. Για εμάς προσφέρει επίσης μια προειδοποίηση απέναντι στη βιαστική αναδιήγηση: άλλο η Σαντορίνη ως προορισμός μέσα σε μια παράδοση και άλλο το νησί στο οποίο ένας συγκεκριμένος περιηγητής περιγράφει ένα συμβάν. Αν αλλάξει ο τόπος, αλλάζει η ιστορία. Το χαρτί μάς επιτρέπει να ελέγξουμε την αλλαγή αντί να συνεχίσουμε να τη μεταφέρουμε σαν να ήταν πάντοτε εκεί.
Η χήρα, το ανεξόφλητο χρέος και ο νεκρός που δεν ησύχαζε
Οι βρυκόλακες ανοίγουν μια πολύ πιο σκληρή πόρτα στην κοινωνική ζωή. Στη μελέτη του 1910 ο Λόσον συνοψίζει μια παλαιότερη καταγραφή του Φρανσουά Ρισάρ για τη Σαντορίνη. Στο κέντρο της βρίσκεται ο Ιαννέτης Αναπλιώτης, ο οποίος παρουσιάζεται ως τοκογλύφος που είχε μετανοήσει πριν πεθάνει. Είχε ζητήσει να αποδοθούν όσα εξακολουθούσε να οφείλει. Σύμφωνα με την αφήγηση, η χήρα του πρόσφερε ελεημοσύνες, αλλά δεν τακτοποιούσε όλες τις απαιτήσεις επιστροφής χρημάτων. Έξι εβδομάδες μετά τον θάνατο του άνδρα, η άρνηση μιας τέτοιας απαίτησης γίνεται η αφετηρία της μεταθανάτιας αναστάτωσης.
Από εκεί και πέρα η καταγραφή αποδίδει στον νεκρό ενοχλήσεις προς τη γυναίκα και τους συγγενείς του, αναστάτωση σε σπίτια και μικρές καταστροφές. Το κρασί χάνεται από ανοιγμένα βαρέλια, οι άνθρωποι τρομάζουν, η υπόθεση περνά στον κοινό λόγο. Ο Ρισάρ αναφέρει ότι συμβούλεψε τη χήρα να εξοφλήσει τα χρέη. Η εξόφληση συνοδεύεται στην ιστορία από εκταφή και νέα θρησκευτική επέμβαση στο σώμα. Όμως ο ίδιος αποδίδει το τέλος των εμφανίσεων στην απόδοση των οφειλών. Αυτή είναι η αιχμή της καταγραφής: ακόμη και μέσα στην πίστη του αφηγητή στο υπερφυσικό, η οικονομική αποκατάσταση έχει αποφασιστικότερο βάρος από την επέμβαση στον τάφο.
Το επεισόδιο δεν το μεταφέρουμε ως προσωπική εμπειρία του Πολίτη. Ανήκει στην παλαιότερη γραπτή συνομιλία που συναντά κανείς ακολουθώντας το πεδίο του. Φωτίζει όμως θαυμάσια το είδος των ερωτημάτων που γεννά η συγκέντρωση τέτοιου υλικού. Τι επιτρέπεται να μείνει ανεξόφλητο όταν ένας άνθρωπος πεθάνει; Μπορεί η φιλανθρωπία να αντικαταστήσει την επιστροφή χρημάτων σε συγκεκριμένα πρόσωπα; Ποιος έχει το δικαίωμα να πει ότι μια οικογένεια έχει κλείσει τους λογαριασμούς της; Η ιστορία βάζει δίπλα στον τάφο ένα ζήτημα που αφορά τους ζωντανούς και τις μεταξύ τους υποχρεώσεις.
Μια ανάγνωση βλέπει εδώ τον νεκρό ως φορέα ηθικής απαίτησης. Μια άλλη προσέχει την πίεση που ασκεί η κοινή πεποίθηση πάνω στη χήρα. Μια τρίτη ενδιαφέρεται για τον τρόπο με τον οποίο ένας θρησκευτικός συγγραφέας οργανώνει το επεισόδιο ώστε η αποκατάσταση της αδικίας να λειτουργεί ως λύση. Οι τρεις οπτικές μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε τι ακριβώς συνέβη σε κάθε σπίτι. Η ένταση παραμένει: ένα χρέος δεν χάνεται μαζί με τον οφειλέτη. Μέσα στην αφήγηση παίρνει μορφή, απαιτεί απάντηση και διαταράσσει εκείνους που θα προτιμούσαν να έχει σιωπήσει.
Έτσι ο βρυκόλακας απομακρύνεται από την εικόνα ενός απρόσωπου τέρατος. Φέρει όνομα, συγγένεια, παλιές συναλλαγές και μια θέση στην κοινωνία. Η απειλή του είναι δεμένη με όσα προηγήθηκαν του θανάτου. Γι' αυτό τέτοια κείμενα αξίζει να διαβάζονται με την υπομονή που ζήτησε η εργασία των συλλεκτών τους. Αν κρατήσουμε μόνο την εμφάνιση, χάνουμε το χρέος. Αν κρατήσουμε μόνο τον τρόμο, χάνουμε εκείνον που ζητεί να του επιστραφεί κάτι.
Όταν το δεύτερο κάλεσμα γινόταν ασπίδα
Μια άλλη παλαιά καταγραφή φέρνει τον κίνδυνο ως το κατώφλι. Ο Λόσον παρουσιάζει την περιγραφή του Λέοντος Αλλατίου, ο οποίος αναφέρεται κυρίως σε πληροφορίες από τη Χίο. Στο σύστημα της συγκεκριμένης πίστης ο βρυκόλακας καλεί κάποιον από το σπίτι τη νύχτα. Το επικίνδυνο πλάσμα δεν επαναλαμβάνει το κάλεσμα. Έτσι οι άνθρωποι περιμένουν να ακούσουν δεύτερη φορά το όνομά τους προτού απαντήσουν. Η ιστορία έχει συμπυκνωθεί σε μια μικρή καθημερινή αναστολή: πριν μιλήσεις, περίμενε. Η προστασία εξαρτάται από την ικανότητα να συγκρατήσεις μια αυθόρμητη αντίδραση.
Η δύναμη αυτού του μοτίβου βρίσκεται στην απλότητά του. Δεν χρειάζεται εξαιρετικό τοπίο, μακρινό ταξίδι ή σπάνιο αντικείμενο. Χρησιμοποιεί το όνομα, τη φωνή και το σπίτι, όσα κανονικά μας κάνουν να αισθανόμαστε ότι αναγνωρίζουμε τον κόσμο γύρω μας. Μια γνωστή φωνή μπορεί να διαβαστεί ως απειλή. Το δικό μας όνομα μπορεί να λειτουργεί σαν παγίδα. Η πόρτα χωρίζει την ασφάλεια από έναν χώρο στον οποίο οι κανόνες δεν είναι πια βέβαιοι. Από τη σκοπιά της αφήγησης, το δεύτερο κάλεσμα επαναφέρει τη δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στον γνώριμο άνθρωπο και στην επικίνδυνη απομίμησή του.
Ο ίδιος ο Αλλάτιος και άλλοι παλαιοί συγγραφείς δεν συμφωνούν πάντοτε ως προς την εξήγηση των σωμάτων που θεωρούνταν ύποπτα. Στις καταγραφές εμφανίζονται διαφορετικές κατηγορίες, διαφορετικές ερμηνείες και θρησκευτικές αντιρρήσεις για τον τρόπο αντιμετώπισής τους. Η απόσταση ανάμεσα στην περιγραφή ενός σώματος και στην απόφαση ότι απειλεί ένα χωριό δεν είναι μικρή. Μεσολαβούν προσδοκίες, φόβοι και άνθρωποι που αναλαμβάνουν να ερμηνεύσουν. Το ενδιαφέρον της ανάγνωσης βρίσκεται σε αυτή τη μετάβαση. Πότε μια εικόνα παύει να είναι απλώς κάτι που παρατηρήθηκε και μετατρέπεται σε επιχείρημα υπέρ μιας ήδη αναμενόμενης απειλής;
Η ερώτηση έχει και ανθρώπινο κόστος. Οι παλαιές αφηγήσεις αναφέρουν βίαιες επεμβάσεις στους τάφους. Πίσω από κάθε σώμα υπήρχε οικογένεια και πίσω από κάθε δημόσια κατηγορία υπήρχε η μνήμη ενός προσώπου. Μπορούσε μια κοινή πεποίθηση να κάνει τη συλλογική πράξη να μοιάζει αναγκαία ακόμη κι όταν προκαλούσε νέον πόνο; Η μελέτη της λαϊκής παράδοσης μάς φέρνει κάποτε μπροστά σε αυτό το δύσκολο σημείο. Η αγωνία των ανθρώπων αξίζει να κατανοηθεί μαζί με τις συνέπειες που είχε η ερμηνεία τους. Η συγκίνηση του παράξενου δεν αρκεί από μόνη της για να χωρέσει όσα διακυβεύονταν.
Επιστρέφοντας στον Πολίτη, καταλαβαίνουμε γιατί η συνύπαρξη πολλών καταγραφών είναι τόσο χρήσιμη. Μια ιστορία μάς δίνει έναν κανόνα. Πολλές ιστορίες αποκαλύπτουν ότι οι κανόνες αλλάζουν και συχνά συγκρούονται. Η ίδια παράξενη κατάσταση μπορεί να οδηγεί σε απομάκρυνση, σε τελετουργική φροντίδα, σε αναζήτηση ειδικού ή σε βία. Ο συλλέκτης κάνει αυτή την ποικιλία προσβάσιμη. Ο αναγνώστης αποκτά την ευκαιρία να αναρωτηθεί ποιος ωφελείται, ποιος φοβάται και ποιος πληρώνει κάθε φορά που μια κοινότητα βεβαιώνεται ότι βρήκε την απάντηση.
Ένας ξένος αναγνώστης και μια διαφορετική εποχή
Η παρουσία του Πολίτη στο έργο του Λόσον προσφέρει και μια δεύτερη ανακάλυψη. Οι παλιές μελέτες δεν λειτουργούν μόνο ως αποθήκες πληροφοριών. Συνομιλούν μεταξύ τους, διαφωνούν και χρησιμοποιούν η μία τα τεκμήρια της άλλης για να υποστηρίξουν μεγαλύτερες ιδέες. Το 1910 ο Λόσον αναζητεί σχέσεις ανάμεσα στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση και στην αρχαία ελληνική θρησκεία. Το πλαίσιο φαίνεται ήδη στον τίτλο του βιβλίου του. Η ερώτηση αυτή κατευθύνει το βλέμμα του, όπως κάθε σοβαρή ερώτηση κατευθύνει μια έρευνα. Μας βοηθά να καταλάβουμε τι επιλέγει να τονίσει και τι μπορεί να αφήνει πιο πίσω.
Σήμερα μπορούμε να ακολουθήσουμε την ίδια αλυσίδα με διαφορετικές απορίες. Ποιο στοιχείο της αφήγησης αφορά πραγματικά μια μακρά συνέχεια και ποιο αποτέλεσμα νεότερων μετακινήσεων και αναγνώσεων; Πώς αλλάζει μια ιστορία όταν μπαίνει σε βιβλίο, μεταφράζεται και ξαναλέγεται; Σε ποιο σημείο η σύγκριση αποκαλύπτει σχέση και σε ποιο σημείο κινδυνεύει να εξομαλύνει τη διαφορά; Οι ερωτήσεις αυτές δεν μειώνουν το έργο εκείνων που προηγήθηκαν. Το χρησιμοποιούν ως αφετηρία, όπως ο ίδιος ο Πολίτης χρησιμοποίησε και εξέτασε παλαιότερα γραπτά.
Η συνομιλία τους αποκτά μάλιστα μια πραγματική σύγκρουση στο ζήτημα των καλικαντζάρων. Ο Πολίτης συνέδεε τη γέννηση της σχετικής πίστης με τους μεταμφιεσμένους του Δωδεκαημέρου: ανθρώπινες μορφές που ο φόβος μπορούσε να ανεβάσει στην περιοχή των δαιμονίων. Ο Λόσον αντιστρέφει τη φορά. Κατά τη δική του ερμηνεία, η πίστη στα φοβερά πλάσματα είχε προηγηθεί και είχε δώσει το πρότυπο στις μεταμφιέσεις. Οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες γιορτές και οι ίδιες μορφές οδηγούν σε δύο αντίθετες εξηγήσεις. Ο Πολίτης παύει εδώ να είναι απλώς το μεγάλο όνομα στην αρχή μιας παραπομπής. Είναι ένας ερευνητής που διατυπώνει μια ιδέα και δέχεται συγκεκριμένο αντίλογο. Ακόμη και εκεί όπου ο Λόσον διαφωνεί με την εξήγησή του, αναγνωρίζει την αξία του ιστορικού υλικού που εκείνος συγκέντρωσε.
Ο Πολίτης παραμένει κεντρικός επειδή η εργασία του δημιούργησε πολλές από τις δυνατότητες αυτής της επιστροφής. Ο αναγνώστης μπορεί να προσέλθει για έναν βρυκόλακα και να βρεθεί τελικά να εξετάζει μια λέξη, μια διαδρομή ή μια διαφορετική κατάληξη. Το τέρας δεν εξαφανίζεται από την αφήγηση. Αποκτά γειτονιές, συγγενείς και αντιφάσεις. Εκεί αρχίζει μια περιπέτεια πιο απαιτητική από την απλή κατανάλωση του τρόμου: να καταλάβεις γιατί μια κοινωνία χρειαζόταν τη συγκεκριμένη ιστορία και πώς ο επόμενος αναγνώστης της έδωσε ένα διαφορετικό καθήκον.
Από τη σελίδα σε μια μνήμη που μπορούσε να διαρκέσει
Το 1908 ο Πολίτης ίδρυσε την Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία. Το 1909 άρχισε να εκδίδεται το περιοδικό Λαογραφία. Το 1918 ιδρύθηκε το Λαογραφικό Αρχείο. Οι τρεις χρονολογίες δείχνουν μια κλιμάκωση που αξίζει να δούμε πέρα από την τυπική βιογραφία. Ένα ενδιαφέρον έγινε συνεργασία, η συνεργασία απέκτησε σταθερό χώρο δημοσίευσης και το υλικό απέκτησε προοπτική φύλαξης. Η επιβίωση μιας προφορικής ιστορίας έπαυε να εξαρτάται αποκλειστικά από το αν θα θυμόταν κάποιος να την πει σε έναν επόμενο ακροατή. Μπορούσε πια να επιστρέψει ως αντικείμενο νέας έρευνας.
Εκεί βρίσκεται μια από τις πιο ουσιαστικές πράξεις του Πολίτη. Ένα βιβλίο μένει δεμένο με τον δημιουργό του και με το συγκεκριμένο υλικό που επέλεξε. Ένα πεδίο συνεργασίας μπορεί να συνεχίσει να συγκεντρώνει, να διορθώνει και να συγκρίνει μετά από εκείνον. Η προσωπική περιέργεια αποκτά μεγαλύτερη διάρκεια από την προσωπική ζωή. Ο ίδιος πέθανε το 1921. Η αναζήτηση δεν έπρεπε να τελειώσει μαζί του. Οι χρονολογίες της θεσμικής του προσπάθειας μάς επιτρέπουν να δούμε έναν άνθρωπο που συνέβαλε όχι μόνο στη συλλογή ιστοριών, αλλά και στις συνθήκες μέσα στις οποίες θα μπορούσαν να μελετηθούν αργότερα.
Για τον σημερινό αναγνώστη η διαφορά γίνεται χειροπιαστή όταν δοκιμάζει να ακολουθήσει μια παλιά αφήγηση. Η περιέργεια γεννιέται μέσα σε λίγες γραμμές. Η έρευνα ζητεί πολύ περισσότερα: να εντοπιστεί έκδοση, να αναγνωριστεί η θέση του κειμένου, να διαβαστούν οι παρατηρήσεις του εκδότη, να βρεθεί η παλαιότερη αναφορά που μνημονεύεται. Αν αυτά τα ίχνη έχουν διατηρηθεί, μπορεί να ξεκινήσει μια πραγματική διαδρομή. Αν έχουν χαθεί, η ιστορία κυκλοφορεί χωρίς να ξέρουμε πια πού ακουμπά. Ο Πολίτης έδωσε σε μεγάλο όγκο τέτοιου υλικού μια θέση από την οποία εξακολουθούμε να μπορούμε να ξεκινήσουμε.
Αυτό το έργο έχει μια ανθρώπινη πλευρά που συχνά κρύβεται πίσω από τον θαυμασμό για τους μεγάλους συλλέκτες. Καμία συλλογή προφορικών αφηγήσεων δεν δημιουργείται από μία μόνο φωνή. Υπάρχουν όσοι θυμούνται, όσοι αφηγούνται, όσοι καταγράφουν και όσοι μεταφέρουν το γραπτό σε άλλον αναγνώστη. Ο Πολίτης είναι κεντρικός σε αυτή την ιστορία, αλλά γύρω του βρίσκονται πολλά πρόσωπα που δεν έγιναν εξίσου διάσημα. Κάθε φορά που μια τοπική λεπτομέρεια παραμένει στο κείμενο, κάτι από την παρουσία τους αντιστέκεται στην ανωνυμία. Ένα έργο που μοιάζει να ανήκει σε έναν συγγραφέα ανοίγει τελικά χώρο για πολλούς ανθρώπους.
Ο άνθρωπος που μας άφησε τη δυνατότητα να ξαναρωτήσουμε
Στο τέλος αυτής της διαδρομής ο Νικόλαος Πολίτης δεν στέκεται απέναντί μας ως ένας φύλακας παράδοξων περιστατικών. Στέκεται ως άνθρωπος που έδωσε διάρκεια σε ερωτήματα. Γιατί μια κοινωνία αρνείται να αφήσει ορισμένους νεκρούς να αποχωρήσουν; Γιατί η ίδια θάλασσα γεννά ένα πλάσμα που απαιτεί καλά νέα για έναν βασιλιά και προσφέρει ένα σύνορο απέναντι σε μια απειλή; Γιατί το αθάνατο νερό μπορεί να χαθεί για τον κατακτητή και να απομείνει σε ένα ταπεινό φυτό; Οι απαντήσεις των αφηγητών διαφέρουν. Η εργασία του Πολίτη μάς επιτρέπει ακόμη να παρακολουθούμε τη διαφορά τους.
Η προσωπική του διαδρομή αποκτά έτσι ένα συνεκτικό νόημα. Ο νέος που στράφηκε στις λαϊκές αφηγήσεις επέστρεφε στο ίδιο ευρύ πεδίο μέσα από διαφορετικές μορφές λόγου. Παροιμίες, παραδόσεις και τραγούδια μπορούσαν να δείξουν διαφορετικές πλευρές της ανθρώπινης προσπάθειας να αποκτήσει νόημα η εμπειρία. Αργότερα η συνεργασία, το περιοδικό και το αρχείο έδωσαν συνέχεια σε αυτή την αναζήτηση. Το έργο δεν περιορίστηκε στην ευκαιρία να διαβαστεί μια παράξενη σελίδα. Δημιούργησε συνθήκες ώστε κάποιος άλλος να τη βρει, να την αντικρούσει, να την επανεξετάσει ή να τη συνδέσει με κάτι που ο πρώτος συλλέκτης δεν είχε στη διάθεσή του.
Αν θελήσουμε να συνεχίσουμε μόνοι, η αναζήτηση έχει ένα καλό σημείο εκκίνησης: να διαλέξουμε μία αφήγηση και να κρατήσουμε τις λεπτομέρειές της. Έναν τόπο, ένα όνομα, ένα αντικείμενο, μια διαφορά στην κατάληξη. Έπειτα να αναζητήσουμε πώς εμφανίζεται αλλού. Ο γιατρός που διαβίβασε την παράδοση, ο συγγραφέας που τη συσχέτισε με ένα ανάγνωσμα και ο μεταγενέστερος μελετητής που τη μετέφερε σε άλλη γλώσσα αποτελούν διαφορετικούς σταθμούς. Όσο πιο καθαρά τους βλέπουμε, τόσο πιο ενδιαφέρουσα γίνεται η ιστορία. Το μυστήριο μετακινείται από το μεμονωμένο τέρας στις διαδρομές με τις οποίες οι άνθρωποι έμαθαν να το αναγνωρίζουν.
Κάποτε μια τέτοια ιστορία κρατούσε κάποιον σιωπηλό μέχρι να ακούσει για δεύτερη φορά το όνομά του. Κάποτε ζητούσε από μια χήρα να τακτοποιήσει έναν λογαριασμό. Άλλοτε έστελνε ένα σώμα σε άλλο νησί ή κρατούσε έναν βασιλιά ζωντανό μέσα σε μια απάντηση ναυτικών. Ο Πολίτης δεν μας άφησε όλους εκείνους τους ανθρώπους όπως ακριβώς μιλούσαν, ούτε θα μπορούσε ένα έργο να διασώσει ολόκληρη τη ζωή τους. Μας άφησε αρκετά ίχνη ώστε να πάψουν να είναι μια αδιαφοροποίητη σκιά. Αν σήμερα σταθούμε για λίγο μπροστά στις λέξεις τους, το ενδιαφέρον τους επιστρέφει με έναν τρόπο πολύ πραγματικό: μας αναγκάζει να σκεφτούμε τι κάνουμε εμείς όταν ο φόβος ζητεί εξήγηση.
Τα δικά σας συμπεράσματα.






