26.09.2026ΕΛΛΑΔΑ · ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ · Η ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ ΤΟΥ 1821ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 12:31 μ.μ.
ΑΡΧΙΚΗ/ΕΛΛΑΔΑ/ΕΛΛΗΝΕΣ - ΗΡΩΕΣ/ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ · Η ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ ΤΟΥ 1821
ΕΛΛΑΔΑ · ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ · Η ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ ΤΟΥ 1821

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η γυναίκα που έβαλε την περιουσία και τη ζωή της στην Επανάσταση

Σήκωσε τη σημαία, έχασε τον γιο της στον Ξεριά και συνέχισε τον Αγώνα. Έπειτα ήρθαν ο εμφύλιος, ένας πυροβολισμός στις Σπέτσες και τα έγγραφα που εξακολουθούσαν να αναζητούν οι κληρονόμοι της.

ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ · Η ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ ΤΟΥ 182133 μέτραΤΟ ΜΗΚΟΣ ΤΟΥ ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑΚορβέτα με 18 βαριά πυροβόλα, σύμφωνα με το Μουσείο Μπουμπουλίνας
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η γυναίκα που έβαλε την περιουσία και τη ζωή της στην Επανάσταση · Υποθετική φωτορεαλιστική αναπαράσταση: ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ, με σκηνές από τη ζωή · Δες την Πραγματικότητα
ΦΩΤΟΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗΛασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η γυναίκα που έβαλε την περιουσία και τη ζωή της στην Επανάσταση · Φωτορεαλιστική εικαστική αναπαράσταση προσώπου και σκηνών σχετικών με τη ζωή · Δες την Πραγματικότητα

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: Στα τέλη Απριλίου 1821, ο Γιάννος Γιάννουζας σκοτώθηκε προσπαθώντας να εμποδίσει την προέλαση οθωμανικών δυνάμεων προς το Άργος. Ήταν ο πρωτότοκος γιος της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε ξεκινήσει μαζί της, ως κυβερνήτης του «Αγαμέμνονα», για τον αποκλεισμό του Ναυπλίου. Εκείνη έχασε το παιδί της στην αρχή του Αγώνα, όταν τίποτε δεν είχε κριθεί. Και συνέχισε να πολεμά. Αυτό το γεγονός αντέχει περισσότερο από κάθε χάλκινο άγαλμα: μας αναγκάζει να μετρήσουμε την απόσταση ανάμεσα στην ευκολία με την οποία προφέρουμε τη λέξη «θυσία» και σε όσα κόστισε πραγματικά σε μια οικογένεια, όπως τεκμηριώνει η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑΛασκαρίνα Μπουμπουλίνα
ΛΕΞΕΙΣ ΚΛΕΙΔΙΑΛασκαρίνα ΜπουμπουλίναΜπουμπουλίνα ΑγαμέμνωνΜπουμπουλίνα θάνατος 1825Γιάννος Γιάννουζας ΞεριάςΜπουμπουλίνα εμφύλιος 1824Μπουμπουλίνα Βαρβάκης επιστολήΜπουμπουλίνα ΜονεμβασιάΑγαμέμνων Πόρος 1831
01

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: Πριν από το λάβαρο: ζωή, πλοία και οικογένεια

Τη θυμόμαστε ως καπετάνισσα, αλλά αυτή είναι μόνο η αρχή. Ήταν έμπορος που διαχειρίστηκε περιουσία και κινδύνους, χήρα που ανέθρεψε παιδιά, επικεφαλής πλοίων και ανθρώπων, μητέρα που έχασε γιο σε μάχη. Είχε χρήματα και θα μπορούσε να προστατέψει όσα είχε. Προτίμησε να θέσει τα πλοία της στην υπηρεσία μιας εξέγερσης με αβέβαιη έκβαση. Για να καταλάβουμε γιατί παραμένει πρότυπο, πρέπει να δούμε πώς απέκτησε αυτή τη δύναμη, σε ποιες επιχειρήσεις τη χρησιμοποίησε και τι δεν επιτρέπουν τα τεκμήρια να ισχυριστούμε. Τη διαδρομή των πολεμικών επιχειρήσεων καταγράφει το Μουσείο Μπουμπουλίνας.

Η Λασκαρίνα γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1771 στην Κωνσταντινούπολη, μέσα στις φυλακές όπου η μητέρα της, Σκεύω, είχε πάει να δει τον κρατούμενο σύζυγό της, Σταυριανό Πινότση. Εκείνος είχε συλληφθεί για συμμετοχή σε παλαιότερη εξέγερση κατά των Οθωμανών και πέθανε λίγο αργότερα. Η εικόνα του νεογέννητου στη φυλακή είναι πράγματι συγκλονιστική. Δεν χρειάζεται, όμως, να της αποδώσουμε αναμνήσεις ή όρκους που κανείς δεν κατέγραψε. Ξέρουμε ότι η μητέρα και η κόρη επέστρεψαν στην Ύδρα και αργότερα εγκαταστάθηκαν στις Σπέτσες, όπου η Σκεύω ξαναπαντρεύτηκε. Εκεί, σε έναν τόπο που ζούσε από τη θάλασσα, μεγάλωσε η Λασκαρίνα. Το Μουσείο Μπουμπουλίνας χρονολογεί τα γεγονότα αυτά.

Στα δεκαεπτά της παντρεύτηκε τον Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα. Απέκτησαν τρία παιδιά. Το 1797 εκείνος σκοτώθηκε σε σύγκρουση στη θάλασσα και η Λασκαρίνα έμεινε χήρα. Το 1801 παντρεύτηκε τον επίσης καπετάνιο Δημήτριο Μπούμπουλη. Από αυτόν πήρε το όνομα με το οποίο μπήκε στην ιστορία. Το 1811 σκοτώθηκε και ο δεύτερος σύζυγός της. Ήταν περίπου σαράντα ετών, είχε περάσει δύο φορές τη χηρεία και, σύμφωνα με το Μουσείο Μπουμπουλίνας, ήταν μητέρα επτά παιδιών. Οι ημερομηνίες αυτές περιγράφουν μια ζωή στον εμπορικό κόσμο της Μεσογείου, όπου μια οικογένεια μπορούσε να αποκτήσει πλούτο με τα πλοία της και να χάσει τον καπετάνιο της στο ίδιο ταξίδι.

Η Μπουμπουλίνα κληρονόμησε σημαντική περιουσία. Το σημείο έχει σημασία, γιατί η ιστορία της γίνεται λιγότερο κατανοητή όταν τη μετατρέπουμε σε μύθο μιας γυναίκας που έφτιαξε τα πάντα από το μηδέν. Κληρονόμησε μερίδια σε πλοία, γη και χρήματα. Κατόρθωσε να διατηρήσει και να αυξήσει αυτή την περιουσία, επενδύοντας σε άλλα εμπορικά σκάφη και ναυπηγώντας δικά της. Η ιστορικός Ευδοκία Ολυμπίτου στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών την τοποθετεί στην ισχυρή ναυτική κοινωνία των Σπετσών: οι οικογενειακοί πόροι άνοιξαν δυνατότητες, αλλά οι επιλογές της εξηγούν πώς απέκτησε δημόσια δράση πολύ πέρα από τον συνηθισμένο ρόλο μιας γυναίκας της εποχής. Η ταξική της ισχύς είναι μέρος της ιστορίας της, όπως και το τι αποφάσισε να κάνει με αυτήν.

Υπάρχει ένα τεκμήριο πιο αποκαλυπτικό από οποιαδήποτε γενική αναφορά στα πλούτη της. Σε πράξη που συντάχθηκε στις Σπέτσες στις 15 Οκτωβρίου 1820, στο πλαίσιο διαφωνίας για την κληρονομιά του Μπούμπουλη, καταγράφονται συγκεκριμένα μερίδια και χρήματα τοποθετημένα σε πλοία. Μια εγγραφή αναφέρει 3.040 τάλληρα «εις το καράβι το εδικόν της οπού κυβερνά ο Γιάννος». Ο Γιάννος είναι ο γιος που λίγους μήνες αργότερα θα σκοτωθεί στον Ξεριά. Το δημοσιευμένο αρχειακό έγγραφο δεν είναι κατάλογος πολεμικών κατορθωμάτων, ούτε επιτρέπει να θεωρήσουμε τα αναγραφόμενα ποσά συνολικό μέγεθος της περιουσίας της. Δείχνει, όμως, κάτι πολύ συγκεκριμένο: η καπετάνισσα και ο γιος της διοικούσαν ήδη μια πραγματική ναυτική επιχείρηση. Όταν άρχισε ο πόλεμος, υπήρχαν πλοία, κεφάλαια και άνθρωποι που μπορούσαν να κινηθούν.

Το μεγαλύτερο από τα πλοία που ναυπήγησε ήταν ο «Αγαμέμνων». Το Μουσείο Μπουμπουλίνας τον περιγράφει ως σκάφος μήκους 33 μέτρων, με 18 βαριά κανόνια. Η διάκριση ανάμεσα σε εμπορικό καράβι και ένοπλο σκάφος δεν ήταν απλή υπό οθωμανική κυριαρχία. Μια μεταγενέστερη ιστορική αφήγηση αναφέρει ότι το μέγεθος και ο εξοπλισμός του προκάλεσαν οθωμανικό έλεγχο κατά τη ναυπήγησή του, που ολοκληρώθηκε το 1820. Για την ιστορία του Αγώνα μετρά κυρίως το βέβαιο αποτέλεσμα: όταν ξέσπασε η Επανάσταση, η Μπουμπουλίνα διέθετε ένα ισχυρό πλοίο και την επιχειρηματική δυνατότητα να το εξοπλίσει και να το στείλει σε αποστολή. Τα κανόνια δεν λειτουργούσαν μόνα τους· χρειάζονταν πλήρωμα, εφόδια και μισθούς.

Η ισχύς αυτή έφερε και μια οικογενειακή σύγκρουση που συχνά απουσιάζει από τις εξιδανικευμένες βιογραφίες. Γιοι του Μπούμπουλη από προηγούμενο γάμο ζητούσαν από τη μητριά τους λογαριασμό για όσα θεωρούσαν πατρική τους κληρονομιά. Προσέφυγαν στο Πατριαρχείο. Σώζεται συνοδικό έγγραφο του Οκτωβρίου 1820 που, αν η Λασκαρίνα εξακολουθούσε να κατακρατεί όσα της καταλόγιζαν, προέβλεπε βαρύ εκκλησιαστικό επιτίμιο. Οι διατυπώσεις του είναι σκληρές, αλλά το ίδιο το έγγραφο παρουσιάζει υπό όρους την ενέργεια και καταγράφει τις αξιώσεις των καταγγελλόντων. Δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η Εκκλησία προσπάθησε να σταματήσει τη συμμετοχή της στην Επανάσταση. Αποκαλύπτει, αντίθετα, πόσο ανοιχτές ήταν ήδη οι συγκρούσεις γύρω από την περιουσία που θα τροφοδοτούσε τον Αγώνα.

Η πατρίδα δεν την κάλεσε επειδή είχε έναν ωραίο μύθο πίσω της. Την είχε ανάγκη γιατί διέθετε την υποδομή που έλειπε από μια εξέγερση: καράβια ικανά να αποκλείσουν λιμάνια, ναυτικούς που έπρεπε να συντηρηθούν, δυνατότητα ανεφοδιασμού της στεριάς. Οι σύγχρονες ιστορίες συχνά κρατούν τη σημαία της και ξεχνούν αυτό το δύσκολο, ακριβό υπόστρωμα. Αλλά χωρίς τους ανθρώπους που οργανώνουν και πληρώνουν την προσπάθεια, το θάρρος μπορεί να μείνει μια πράξη χωρίς διάρκεια. Στις Σπέτσες του 1820 η Μπουμπουλίνα είχε αρχίσει να μετατρέπει την ιδιωτική της δύναμη σε τέτοια δυνατότητα, όπως προκύπτει από το χρονολόγιο του Μουσείου και την αρχειακή πράξη.

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα όπως την απέδωσε μεταγενέστερα ο ζωγράφος Peter von Hess. Η ζωγραφική απόδοση δεν πιστοποιεί την ακριβή όψη της.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η γυναίκα που έβαλε την περιουσία και τη ζωή της στην Επανάσταση · Η όπως την απέδωσε μεταγενέστερα ο ζωγράφος Peter von Hess · Δες την Πραγματικότητα
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η γυναίκα που έβαλε την περιουσία και τη ζωή της στην Επανάσταση · Τεκμήριο του αφιερώματος: Η όπως την απέδωσε μεταγενέστερα ο ζωγράφος · Δες την Πραγματικότητα
03

Το 1821: Ναύπλιο, Ξεριάς, Μονεμβασιά και Τριπολιτσά

Στις 13 Μαρτίου 1821, πριν από την επίσημη εξέγερση των Σπετσών, η Μπουμπουλίνα ύψωσε την προσωπική επαναστατική της σημαία στον «Αγαμέμνονα» και τη χαιρέτισε με κανονιοβολισμούς στο παλιό λιμάνι. Στις 3 Απριλίου οι Σπέτσες επαναστάτησαν. Εκείνη έπλευσε με τα πλοία της και άλλα σπετσιώτικα σκάφη προς το Ναύπλιο. Οι ημερομηνίες του Μουσείου Μπουμπουλίνας δείχνουν την απόσταση ανάμεσα στη δημόσια δήλωση της εξέγερσης και στον πόλεμο που ακολούθησε. Η σημαία μπορούσε να υψωθεί σε μια στιγμή. Ο αποκλεισμός ενός οχυρωμένου λιμανιού απαιτούσε επιμονή πολλών μηνών.

Το Ναύπλιο ήταν στρατηγικός στόχος της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Διέθετε ισχυρές οχυρώσεις και πρόσβαση στη θάλασσα. Όσο η πόλη μπορούσε να δέχεται ενισχύσεις από το νερό, η πίεση των πολιορκητών στη στεριά κινδύνευε να αποτύχει. Ο στόλος της Μπουμπουλίνας συμμετείχε στον θαλάσσιο αποκλεισμό· άλλοι αγωνιστές κρατούσαν τις χερσαίες θέσεις. Έτσι αποκτά νόημα ο ρόλος της: δεν μπήκε μόνη της να καταλάβει ένα φρούριο, ούτε έδωσε μια συμβολική παρουσία. Έθεσε πλοία στην επιχείρηση που προσπαθούσε να αποκόψει τη φρουρά από τον εφοδιασμό της, ενώ συντηρούσε ναυτικούς και ενίσχυε τις ελληνικές δυνάμεις. Η συμβολή της ήταν στρατιωτική και οικονομική ταυτόχρονα, σύμφωνα με το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και το Μουσείο Μπουμπουλίνας.

Στον «Αγαμέμνονα» βρισκόταν και ο Γιάννος Γιάννουζας. Η αρχειακή δημοσίευση τον αναφέρει ως κυβερνήτη του πλοίου όταν ο σπετσιώτικος στόλος ξεκίνησε για το Ναύπλιο. Λίγες εβδομάδες μετά χρειάστηκε να πολεμήσει στη στεριά. Ο Κεχαγιάμπεης είχε σταλεί με ισχυρή δύναμη για να καταστείλει την εξέγερση και προχωρούσε προς το Άργος. Ένα μικρό σώμα Αργείων και Σπετσιωτών, με τον Γιάννο, πήρε θέση κοντά στον χείμαρρο Χάραδρο, γνωστό ως Ξεριά. Αν η οθωμανική προέλαση διέλυε τις ελληνικές θέσεις γύρω από το Άργος, θα κλονιζόταν και η πολιορκία του Ναυπλίου. Αυτή ήταν η σημασία μιας μάχης που συχνά περιορίζεται στη φράση «σκοτώθηκε ο γιος της». Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, Γιάννος Γιάννουζας

Σύμφωνα με μια μελέτη η σύγκρουση έγινε στις 24 Απριλίου, ενώ άλλες αφηγήσεις διαφέρουν για την ακριβή ημέρα· το μικρό σώμα ηττήθηκε και ο Γιάννος ήταν ανάμεσα στους νεκρούς. Η πολιορκία του Ναυπλίου διαλύθηκε προσωρινά· άμαχοι που έφυγαν από το Άργος βρήκαν καταφύγιο προς τους Μύλους και κάποιοι μεταφέρθηκαν με σκάφη στις Σπέτσες. Η ιστορική πηγή παραδίδει ζωηρές λεπτομέρειες για τις τελευταίες στιγμές του Γιάννου. Επειδή πρόκειται για μεταγενέστερη αφήγηση, δεν χρειάζεται να ξαναπλάσουμε τη μάχη σαν να κρατούσαμε πρακτικά κάθε κίνησής του. Η βεβαιότητα είναι ήδη βαριά: ο γιος που κυβερνούσε το πλοίο της βρέθηκε νεκρός στην πρώτη μεγάλη δοκιμασία της περιοχής, και ο αγώνας για το Ναύπλιο έπρεπε να ξαναρχίσει.

Η Μπουμπουλίνα δεν αποσύρθηκε. Επέστρεψε στην προσπάθεια με τον «Αγαμέμνονα», που, σύμφωνα με την αρχειακή τεκμηρίωση, κυβερνούσε πλέον ο Αντώνιος Παργιανός. Κοντά στους Μύλους και στο Άργος, η παρουσία και ο ανεφοδιασμός της βοήθησαν τις δυνάμεις που προσπαθούσαν να σταθούν ξανά μετά την οθωμανική προέλαση. Μια παλαιότερη βιογραφική αφήγηση τη θέλει να αποβιβάζεται στους Μύλους και να ενθαρρύνει τους μαχητές έφιππη. Η σκηνή παραδίδεται ως ιστορική αφήγηση, όχι ως ακριβής απομαγνητοφώνηση των λόγων ή των σκέψεών της. Το πιο ουσιαστικό δεν εξαρτάται από την εικόνα του λευκού αλόγου: τα πλοία της εξακολούθησαν να συμμετέχουν και η ίδια φρόντιζε την τροφοδοσία και την πληρωμή ανθρώπων που πολεμούσαν.

Το ίχνος των πολεμοφοδίων δεν περιορίζεται σε μεταγενέστερες διηγήσεις. Στον κατάλογο Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη, στο αρχείο των αδελφών Νικολάου και Σπυρίδωνα Σπηλιωτόπουλου, περιγράφονται αποδεικτικά παραλαβής πυρίτιδας και πολεμικών εφοδίων από τη Μπουμπουλίνα, τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Δημήτριο Υψηλάντη και άλλους για επιχειρήσεις στις οποίες συγκαταλέγονται οι Μύλοι Ναυπλίου. Οι αρχειακές περιγραφές δεν δίνουν στο κοινό τις επιμέρους ποσότητες, το πλήρες κείμενο κάθε απόδειξης ή τη διαδρομή κάθε φορτίου. Αποδεικνύουν, όμως, ότι ο ανεφοδιασμός άφησε γραπτά παραστατικά. Την ώρα που μια αναμέτρηση μπορούσε να κριθεί από τα φυσίγγια που έφταναν ή δεν έφταναν στη στεριά, η δική της συμμετοχή είχε υλικό αποτύπωμα πέρα από την εικόνα της γυναίκας στο κατάστρωμα.

Την ίδια πρώτη χρονιά, πλοία της συμμετείχαν και στον αποκλεισμό της Μονεμβασιάς, ενός ακόμη ισχυρού οθωμανικού φρουρίου στην πελοποννησιακή ακτή. Το κάστρο παραδόθηκε στις 23 Ιουλίου 1821, σύμφωνα με την Περιφέρεια Πελοποννήσου. Η θαλάσσια πλευρά είχε σημασία επειδή οι πολιορκητές στη στεριά δεν μπορούσαν μόνοι τους να αποκλείσουν κάθε οδό ανεφοδιασμού ή διαφυγής. Το Μουσείο Μπουμπουλίνας επιβεβαιώνει τη συμμετοχή των πλοίων της. Υπάρχει, όμως, διαφορά ανάμεσα στο ότι συμμετείχαν τα πλοία της και στο ότι η ίδια διοίκησε προσωπικά όλες τις επιχειρήσεις εκεί: η ιστορικός Ευδοκία Ολυμπίτου σημειώνει ότι η ατομική της παρουσία στη Μονεμβασιά δεν επιβεβαιώνεται από τα περισσότερα σύγχρονα τεκμήρια. Δεν της αφαιρεί τίποτε να πούμε με ακρίβεια ποια συμβολή γνωρίζουμε.

Έξι ημέρες μετά την παράδοση της Μονεμβασιάς, στις 29 Ιουλίου 1821, χρονολογείται μια προσωπική επιστολή της Μπουμπουλίνας που φυλάσσει το Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος. Ο δημόσιος κατάλογος αναφέρει ότι φέρει ιδιόχειρη υπογραφή. Είναι ένα σπάνιο υλικό ίχνος της ίδιας, σε μια ζωή που γνωρίζουμε κατά κύριο λόγο από όσα έγραψαν άλλοι γι’ αυτήν. Ο κατάλογος δεν δημοσιεύει το κείμενο της επιστολής, τον παραλήπτη ή την αφορμή της· συνεπώς δεν μπορούμε να βάλουμε στο στόμα της λόγια που δεν έχουμε δει, ούτε να συναγάγουμε από την υπογραφή ποιος έγραψε το σώμα της. Η σημασία του τεκμηρίου είναι ήδη μεγάλη: από τον Ιούλιο του 1821 διασώζεται ένα δικό της υπογεγραμμένο έγγραφο, ακόμη κι αν δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενό του από την ηλεκτρονική καταχώριση.

Ένα σπάνιο περιστατικό από εκείνο το καλοκαίρι δίνει στην ιστορία της ανθρώπινη κλίμακα. Μετά την πτώση της Μονεμβασιάς, ξένοι που έφτασαν στην Πελοπόννησο συνάντησαν την Μπουμπουλίνα στο Άστρος. Ο Γάλλος Maurice Persat αφηγήθηκε αργότερα ότι τους ξάφνιασε η απόσταση ανάμεσα στη γυναίκα που αντίκρισαν και στη μυθική μορφή που κυκλοφορούσε ήδη στο Παρίσι. Κατά τη δική του μαρτυρία, όταν της είπαν πώς τη φαντάζονταν στην Ευρώπη, γέλασε. Ο Persat δεν είναι ουδέτερος φωτογραφικός φακός και οι υποτιμητικές του κρίσεις για την εμφάνισή της δεν αποτελούν ιστορική αλήθεια. Η συνάντηση, όπως την εξετάζει η Ευδοκία Ολυμπίτου, φανερώνει πόσο γρήγορα ο κόσμος κατασκεύαζε μια «Αμαζόνα» και πόσο διαφορετικός ήταν ο πραγματικός άνθρωπος που έπρεπε να διοικεί πλοία, να πληρώνει πληρώματα και να συνεχίζει μετά τον θάνατο του γιου του.

Το φθινόπωρο η Μπουμπουλίνα βρέθηκε και στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, που έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821. Εδώ η ιστορία απαιτεί καθαρό βλέμμα. Η κατάληψη της οθωμανικής διοικητικής έδρας ήταν καμπή για την Επανάσταση. Ακολούθησαν όμως σφαγές και λεηλασίες. Μεταγενέστερες αφηγήσεις παρουσιάζουν την Μπουμπουλίνα να σώζει γυναίκες του χαρεμιού· η Ολυμπίτου επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο επεισόδιο δεν επιβεβαιώνεται από σύγχρονες μαρτυρίες. Άλλοι συγγραφείς της εποχής την κατηγόρησαν για συμμετοχή στη λαφυραγωγία. Οι μαρτυρίες αυτές πρέπει να αναφέρονται ως μαρτυρίες και κατηγορίες, όχι να εξαφανίζονται ούτε να μετατρέπονται όλες αυτομάτως σε αποδεδειγμένες προσωπικές πράξεις. Η ανδρεία της στον Αγώνα δεν μας ζητά να αθωώσουμε τη βία κατά αμάχων.

Ο πόλεμος στο Ναύπλιο συνεχιζόταν. Ο Σπετσιώτης ιστορικός Ανάργυρος Χατζηαναργύρου περιγράφει σε έργο που εξέδωσε το 1861 μια αποτυχημένη απόπειρα επίθεσης από τη θάλασσα στις 4 Δεκεμβρίου 1821. Κατά την αφήγησή του, που αναδημοσιεύει η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, η Μπουμπουλίνα διέταξε λέμβους να κινηθούν προς το φρούριο. Τα πυρά από τις παράκτιες οχυρώσεις ανάγκασαν τους άνδρες της να υποχωρήσουν· εκείνη τους φώναξε να προχωρήσουν ξανά. Οι αξιωματικοί επέστρεψαν στη μάχη και υπήρξαν νεκροί, αλλά το φρούριο δεν κυριεύθηκε. Πρόκειται για αναδρομική μαρτυρία, όχι για καταγραφή λόγων την ώρα που ειπώθηκαν. Αυτό που αναδεικνύει η σκηνή είναι η αποφασιστικότητά της και το όριό της: ούτε η τόλμη μπορούσε μόνη της να εξουδετερώσει τα οχυρά και τα κανόνια.

Το Ναύπλιο δεν έπεσε εκείνον τον Δεκέμβριο. Η πολιορκία πέρασε στο 1822, με νέες δοκιμασίες για τους ανθρώπους στη στεριά και στη θάλασσα. Η Μπουμπουλίνα δεν έδωσε απλώς ένα αρχικό πλοίο και αποχώρησε· συνέχισε να στηρίζει την πολεμική προσπάθεια και, σύμφωνα με το μουσείο της, μέσα στα δύο πρώτα χρόνια είχε διαθέσει σχεδόν όλη της την περιουσία. Όταν οι Έλληνες κατέλαβαν το Παλαμήδι στις 30 Νοεμβρίου 1822, με επικεφαλής τον Στάικο Σταϊκόπουλο, η κατάληψη άνοιξε τον δρόμο για την απελευθέρωση του Ναυπλίου, όπως τεκμηριώνει και το Υπουργείο Πολιτισμού. Οφείλουμε να κρατήσουμε χωριστά την έφοδο των χερσαίων μαχητών, τη μακρά ναυτική πίεση και τον ανεφοδιασμό: εκεί βρίσκεται η πραγματική συλλογική νίκη. Κι εκεί βρίσκεται η θέση της Μπουμπουλίνας, ανάμεσα σε όσους τη διατήρησαν ζωντανή ώσπου να γίνει δυνατή.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η γυναίκα που έβαλε την περιουσία και τη ζωή της στην Επανάσταση · Καλλιτεχνική αναπαράσταση γυναίκας στο κατάστρωμα ιστιοφόρου με πλήρωμα κοντά · Δες την Πραγματικότητα
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η γυναίκα που έβαλε την περιουσία και τη ζωή της στην Επανάσταση · Καλλιτεχνική αναπαράσταση γυναίκας στο κατάστρωμα ιστιοφόρου με πλήρωμα κοντά · Δες την Πραγματικότητα
04

Το Ναύπλιο ελευθερώθηκε. Πώς χάθηκε η ενότητα;

Στα τέλη του 1822 το Ναύπλιο πέρασε στους επαναστάτες. Για τη Μπουμπουλίνα δεν ήταν μια είδηση από μακριά: επί μήνες είχε διαθέσει πλοία στον αποκλεισμό της πόλης, είχε πληρώσει ναύτες και είχε στείλει εφόδια στους πολιορκητές. Τώρα μπορούσε να κατοικήσει εκεί. Η διοίκηση της παραχώρησε σπίτι και η κόρη της Ελένη παντρεύτηκε τον Πάνο, γιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Η θαλασσινή οικογένεια των Σπετσών και η οικογένεια του στρατηγού ενώθηκαν εκεί όπου κάποτε βρισκόταν ο εχθρός. Αν υπάρχει στιγμή δικαίωσης στην ιστορία της, αυτή είναι μία. Αλλά καμία κατάκτηση δεν προστάτευε αυτομάτως τους ανθρώπους που την είχαν πετύχει.

Το σπίτι στο Ναύπλιο και ο γάμος έγιναν σημάδια κύρους, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν. Στον Αγώνα οι άνθρωποι έπρεπε να διοικήσουν πόλεις, να πληρώσουν στρατιώτες, να αποφασίσουν ποιος θα κρατήσει φρούρια και πόρους. Δεν συμφωνούσαν. Οι διαφωνίες δεν ήταν απλή παρεξήγηση μεταξύ ηρώων· αφορούσαν πραγματική εξουσία. Όσο οι αντίπαλες πλευρές διεκδικούσαν τον έλεγχο, η φιλία με τους Κολοκοτρωναίους έγινε για τη Μπουμπουλίνα και πολιτική τοποθέτηση. Η ιστορία της Ελένης, συζύγου του Πάνου, συνδέθηκε πια με όσα θα συνέβαιναν στην επαναστατική διοίκηση. Έτσι το ιδιωτικό μπήκε μέσα στο δημόσιο, με συνέπειες που κανένας πανηγυρισμός του 1822 δεν είχε λύσει.

Στις 13 Ιουνίου 1824 η Μπουμπουλίνα, ο Πάνος και η Ελένη αναγκάστηκαν να φύγουν από το Ναύπλιο, σύμφωνα με την έρευνα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης. Η πόλη που είχε βοηθήσει να αποκλειστεί δεν ήταν πλέον ασφαλές σπίτι για εκείνους. Το γεγονός αρκεί από μόνο του· δεν χρειάζεται να βάλουμε λόγια στο στόμα της την ώρα της αναχώρησης. Σκεφτείτε μόνο τη μεταβολή που μπορούμε να αποδείξουμε: από την τιμητική εγκατάσταση μετά την απελευθέρωση στην υποχρεωτική απομάκρυνση μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια. Και ο κίνδυνος για τον Αγώνα παρέμενε εκεί έξω. Τα πλοία, τα πυρομαχικά και οι άνθρωποι που θα χρειάζονταν απέναντί του ξοδεύονταν επίσης στις εσωτερικές διαμάχες.

Δεν γνωρίζουμε τι ένιωσε φεύγοντας από το Ναύπλιο. Από εκείνη τη χρονιά σώζεται, ωστόσο, ένα γραπτό τεκμήριο με το όνομά της: η επιστολή που έστειλε από το Άργος στον Ιωάννη Βαρβάκη στις 18 Οκτωβρίου 1824. Το πρωτότυπο παρουσιάζεται ως κειμήλιο του Αρχείου Ιστορικών Εγγράφων της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Εκεί δεν ζητά ένα σπίτι πίσω ούτε απαριθμεί τα προσωπικά της βάσανα. Του ζητά να παρέμβει με τις συμβουλές του, ώστε οι διαφωνίες των αγωνιστών «νὰ διαλυθῶσιν ὡς καπνός». Η φράση έρχεται από δική της επιστολή και εκεί βρίσκεται η δύναμή της: γράφτηκε όταν η σύγκρουση είχε ήδη αγγίξει τη δική της οικογένεια.

Η Μπουμπουλίνα δεν μιλούσε για αφηρημένη «ενότητα». Στην επιστολή αναφέρει την Κρήτη, την Εύβοια, την Κάσο και τα Ψαρά, ενώ φοβάται ότι τα πάθη που άφησε ο προηγούμενος εμφύλιος ξαναφουντώνουν. Τα Ψαρά είχαν ήδη γνωρίσει την καταστροφή εκείνο το καλοκαίρι. Δεν γράφουμε πως προέβλεψε συγκεκριμένη επόμενη ήττα· διαβάζουμε πως συνέδεσε τις έριδες με το κόστος που είχε ήδη φανεί στο μέτωπο. Ο Βαρβάκης, Ψαριανός ναυτικός και ευεργέτης, είχε επιστρέψει το 1824 με βοήθεια για τους συμπατριώτες του. Σε έναν άνθρωπο με κύρος έξω από τη στενή οικογενειακή της διαμάχη απηύθυνε την παράκληση για παρέμβαση. Δεν γνωρίζουμε αν εκείνος απάντησε ούτε αν η επιστολή άλλαξε οποιαδήποτε απόφαση.

Αυτό το χαρτί δίνει στον αναγνώστη την πραγματική φωνή της, όχι μια ηρωική ατάκα επινοημένη δύο αιώνες αργότερα. Η γυναίκα που είχε οργανώσει πλοία και πληρώματα προσπαθούσε τώρα να σταματήσει μια σύγκρουση την οποία δεν μπορούσε να ελέγξει με κανόνια. Δεν ήταν ουδέτερη παρατηρήτρια: είχε συγγενικούς και πολιτικούς δεσμούς μέσα στην αντιπαράθεση. Ακριβώς γι’ αυτό η έκκλησή της έχει βάρος, αλλά και όριο. Μπορούσε να προειδοποιήσει· δεν μπορούσε μόνη της να επιβάλει συμφιλίωση. Όταν διαβάζουμε τα λόγια της, ακούγεται η διαφορά ανάμεσα στο να δοξάζεις τον κοινό σκοπό και στο να συγκρατείς το χέρι σου όταν διακυβεύονται η θέση και η ισχύς σου.

Τον Νοέμβριο του 1824 ο Πάνος Κολοκοτρώνης σκοτώθηκε μέσα στην εμφύλια σύγκρουση. Ο πατέρας του, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, βρέθηκε αργότερα φυλακισμένος στην Ύδρα, όσο ο εχθρός παρέμενε στην Πελοπόννησο. Η Ελένη έμεινε χήρα στα δεκαεπτά της. Στην ίδια οικογένεια η Μπουμπουλίνα είχε ήδη χάσει τον γιο της Γιάννο στον Ξεριά, πολεμώντας τον οθωμανικό στρατό. Ο θάνατος του γαμπρού της ήρθε όταν Έλληνες συγκρούονταν με Έλληνες. Δεν είναι ίδιοι αυτοί οι θάνατοι, κι αυτή η διαφορά εξηγεί γιατί η επιστολή του Οκτωβρίου ακούγεται τόσο επίμονη μετά τον Νοέμβριο. Η ιστορία δεν μας λέει ακριβώς πώς θρήνησαν η μητέρα και η κόρη. Μας δίνει, όμως, τις ημερομηνίες, τη συγγένεια και τη νεαρή ηλικία της Ελένης. Αυτά αρκούν για να φανεί τι κόστισαν οι αποφάσεις των ενόπλων και των ισχυρών στους ανθρώπους γύρω τους.

Η Ελένη επέστρεψε στις Σπέτσες και τον Μάιο του 1825 παντρεύτηκε τον Θεοδωράκη Γρίβα με τη συναίνεση της μητέρας της, όπως αναφέρει η ίδια αρχειακή μελέτη. Αργότερα ο νέος γάμος συνδέθηκε με σκληρή αντιδικία για τα προικιά της. Μαρτυρίες και οικογενειακές φήμες ανακατεύτηκαν: δεν θα τις παρουσιάσουμε ως αποδεδειγμένα κίνητρα κάποιου ούτε θα μετατρέψουμε την Ελένη σε πρόσωπο ένοχο επειδή ήθελε να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Η μάχη για τον έλεγχο ανθρώπων και περιουσιών συνεχιζόταν μέσα στις οικογένειες των αγωνιστών. Την ίδια στιγμή, στην Πελοπόννησο, η εκστρατεία του Ιμπραήμ άνοιγε μια νέα, άμεση απειλή. Για τη Μπουμπουλίνα η επιστροφή στο νησί δεν επρόκειτο να είναι αποχώρηση από τον Αγώνα.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η γυναίκα που έβαλε την περιουσία και τη ζωή της στην Επανάσταση · Προηγούμενη κεντρική σύνθεση με το λογότυπο · Δες την Πραγματικότητα
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η γυναίκα που έβαλε την περιουσία και τη ζωή της στην Επανάσταση · Προηγούμενη κεντρική σύνθεση του αφιερώματος « » · Δες την Πραγματικότητα
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η γυναίκα που έβαλε την περιουσία και τη ζωή της στην Επανάσταση · Προηγούμενο εξώφυλλο με ιστορικό τεκμήριο ή συμβολική σκηνή · Δες την Πραγματικότητα
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η γυναίκα που έβαλε την περιουσία και τη ζωή της στην Επανάσταση · Προηγούμενο εξώφυλλο του αφιερώματος « » · Δες την Πραγματικότητα
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η γυναίκα που έβαλε την περιουσία και τη ζωή της στην Επανάσταση · Προηγούμενη κεντρική εικόνα: εικαστική αναπαράσταση, όχι βεβαιωμένη όψη του προσώπου · Δες την Πραγματικότητα
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η γυναίκα που έβαλε την περιουσία και τη ζωή της στην Επανάσταση · Προηγούμενη κεντρική εικόνα: εικαστική αναπαράσταση, όχι βεβαιωμένη όψη του προσώπου · Δες την Πραγματικότητα
08Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΣΚΕΨΗ

Ο πυροβολισμός στις Σπέτσες και όσα έμειναν ανοιχτά

Την άνοιξη του 1825, με τον στρατό του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, η Μπουμπουλίνα ζούσε σχεδόν απομονωμένη στις Σπέτσες. Το Μουσείο Μπουμπουλίνας αναφέρει ότι η περιουσία της είχε σχεδόν εξαντληθεί και ότι ετοίμαζε μαζί με τα παιδιά της νέα συμμετοχή στις επιχειρήσεις. Δεν ξέρουμε ποιο σχέδιο θα είχε πραγματοποιηθεί ούτε πώς θα άλλαζε την έκβαση του πολέμου. Ξέρουμε μόνο τη στιγμή στην οποία την βρίσκουμε: ξανά μπροστά σε έναν εισβολέα, με πολύ λιγότερα οικονομικά μέσα από εκείνα που είχε όταν σήκωσε τη σημαία στον Αγαμέμνονα. Το επόμενο γεγονός δεν έγινε σε ναυμαχία. Ήρθε από μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο οικογένειες των Σπετσών.

Ο γιος της Γεώργιος Γιάννουζας έφυγε μαζί με την Ευγενία Κούτση, η οποία ήταν ήδη λογοδοσμένη με άλλον. Η οικογένειά της αντέδρασε. Στις 22 Μαΐου 1825 η διαφωνία έφερε συγγενείς απέναντι στη Μπουμπουλίνα και μια σφαίρα τη χτύπησε στο μέτωπο. Πέθανε εκείνη την ημέρα. Το Μουσείο περιγράφει τους νέους να έχουν καταφύγει σε οικογενειακό σπίτι στις Σπέτσες, ενώ μεταγενέστερη ιστορική έρευνα μεταφέρει άλλη εκδοχή για το πού βρισκόταν το ζευγάρι. Δεν χρειάζεται να διαλέξουμε ένα παράθυρο ή να αναπαραστήσουμε υποτιθέμενες τελευταίες κουβέντες. Το τεκμηριωμένο γεγονός είναι ο θάνατός της σε οικογενειακή αντιπαράθεση· ο άνθρωπος που πυροβόλησε και η πρόθεσή του δεν έχουν αποδειχθεί οριστικά.

Αυτό είναι δύσκολο να διαβαστεί, ακριβώς επειδή αντιστέκεται στο αναμενόμενο τέλος. Η Μπουμπουλίνα πέρασε μέσα από την πολιορκία του Ναυπλίου, έχασε παιδί στον Αγώνα και βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο νέας εκστρατείας. Δεν σκοτώθηκε όμως από τον εχθρικό στόλο. Το να μιλήσουμε για την οικογενειακή διαμάχη δεν την μικραίνει ούτε κάνει τον θάνατό της πολιτικό έγκλημα χωρίς στοιχεία. Την κρατά άνθρωπο, έξω από το καλούπι ενός αγάλματος που πρέπει να πεθάνει «όπως αρμόζει» σε ηρωίδα. Η οικογένειά της έμεινε με την απώλεια και με ερωτήματα που θα εμφανίζονταν ξανά, χρόνια αργότερα, στα έγγραφα του νέου κράτους.

Στις 31 Ιανουαρίου 1829 οι κληρονόμοι του Δημητρίου Μπούμπουλη προσέφυγαν στη Δημογεροντία Σπετσών. Σύμφωνα με τα πρακτικά που παρουσιάζει η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, ζητούσαν να τους επιστραφούν από τον Θεοδωράκη Γρίβα, σύζυγο της Ελένης, τα κατάστιχα και τα άλλα έγγραφα των πλοίων της μητέρας τους. Χωρίς αυτά δυσκολεύονταν να ετοιμάσουν το αίτημα ναυτικής αποζημίωσης προς το κράτος. Η Δημογεροντία αποφάσισε να ζητήσει παρέμβαση αρμόδιου επιτρόπου. Η πηγή δεν γνωρίζει αν τα έγγραφα επεστράφησαν ή αν οι κληρονόμοι αποζημιώθηκαν. Δεν αποδεικνύεται ότι το κράτος αρνήθηκε να πληρώσει· αποδεικνύεται ότι, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό της, οι δικοί της ακόμη προσπαθούσαν να συγκεντρώσουν τον φάκελο της προσφοράς των πλοίων.

Έναν χρόνο αργότερα η υπόθεση του πυροβολισμού επανήλθε με ονόματα. Σε έγγραφη αναφορά της 24ης Ιανουαρίου 1830, γιοι της Μπουμπουλίνας κατηγόρησαν τον Ιωάννη Χριστοδούλου Κούτση για τον θάνατό της. Εκείνος συνελήφθη. Στις 27 Ιανουαρίου έγραψε ότι αρνείται την κατηγορία και ζήτησε να δικαστεί. Η ιστορική μελέτη που παραθέτει τα έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους δεν εντόπισε τελική δικαστική απόφαση. Η οικογενειακή καταγγελία είναι γεγονός, όπως γεγονός είναι και η άρνηση του κατηγορουμένου. Καμία από τις δύο δεν αρκεί για να γράψουμε σήμερα ότι γνωρίζουμε τον δράστη. Όποιος παρουσιάζει έναν συγκεκριμένο άνθρωπο ως βέβαιο φονιά προσθέτει στην ιστορία μια δικαστική βεβαιότητα που τα διαθέσιμα έγγραφα δεν του δίνουν.

Ο Αγαμέμνων είχε πια περάσει στον εθνικό στόλο με το όνομα «Νήσος των Σπετσών». Το 1831 το πλοίο χάθηκε στον Πόρο, μέσα σε εσωτερική ένοπλη σύγκρουση της εποχής του Ιωάννη Καποδίστρια. Το Πολεμικό Ναυτικό καταγράφει συνοπτικά την απώλειά του· η ιστορική αναδρομή του Δήμου Πόρου περιγράφει τη βαριά ζημιά στη μάχη και την ανατίναξή του από το ίδιο το πλήρωμα. Δεν ήταν η ίδια διαμάχη που είχε ξεσπάσει το 1824 και δεν ζούσε πια η Μπουμπουλίνα για να την αντικρίσει. Το πλοίο της, ωστόσο, πέρασε από τον αγώνα εναντίον ενός αυτοκρατορικού φρουρίου σε μια σύγκρουση του νεοσύστατου κράτους με τον εαυτό του. Αυτός είναι πραγματικός επίλογος του σκαριού, όχι ποιητική επινόηση.

Τι αξίζει, λοιπόν, να θαυμάζουμε; Τη γυναίκα που μπορούσε να κρατήσει την περιουσία της στο εμπόριο, αλλά έδωσε πλοία στον Αγώνα. Εκείνη που οργάνωσε και πλήρωσε πληρώματα, δεν έπαψε να συμμετέχει μετά τον θάνατο του γιου της και, όταν οι δικοί της πολιτικοί σύμμαχοι συγκρούστηκαν με άλλους επαναστάτες, έγραψε σε έναν άνθρωπο κύρους ζητώντας να κοπάσει ο διχασμός. Αυτά είναι πράξεις με κόστος. Δεν απαιτούν να κρύψουμε τις μαρτυρίες για λάφυρα, τις οικογενειακές διεκδικήσεις ή την αβεβαιότητα γύρω από τον θάνατό της. Ένας άνθρωπος δεν γίνεται μεγάλος επειδή η ιστορία του είναι άσπιλη· τον κρίνουμε από όσα έκανε, μαζί με όσα ακόμη δεν μπορούμε να αποδείξουμε.

Η Ελλάδα του 1824 αντιμετώπιζε πόλεμο ανεξαρτησίας· η δική μας διαθέτει ψήφο, θεσμούς και δημόσια έγγραφα. Η σύγκριση αποκτά νόημα όταν δεν προσποιούμαστε πως ζούμε την ίδια εποχή. Αν θέλουμε ιστορική συνείδηση, μπορούμε να ζητάμε να ανοίγουν τα αρχεία και να ελέγχουμε πώς διδάσκεται μια αμφιλεγόμενη σελίδα, όχι μόνο να αναρτούμε φωτογραφίες ηρώων στις επετείους. Αν θέλουμε λογοδοσία, μπορούμε να διαβάζουμε τις δημοσιευμένες αποφάσεις και τις δαπάνες ενός δήμου, ενός σχολείου, μιας δημόσιας υπηρεσίας, να ρωτάμε ποιος αποφάσισε, με τι στοιχεία και ποιος σηκώνει το κόστος. Δεν πρόκειται για εύκολη ηρωική πράξη. Είναι όμως τρόπος να μη γίνονται οι δυνατοί ανέλεγκτοι όταν οι υπόλοιποι κουράζονται ή σιωπούν.

Και η ένωση; Η επιστολή προς τον Βαρβάκη δείχνει ότι το αίτημα υπήρχε πριν χαθεί ο Πάνος και πριν πατήσει ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Το να συμφωνούν όλοι δεν ήταν τότε εφικτό και δεν είναι σήμερα απαραίτητο. Χρειάζεται άνθρωποι που διαφωνούν να συνεργάζονται σε όσα μπορούν να αποδείξουν και να διεκδικήσουν: διαφάνεια, ιστορική παιδεία, ίση αξιοπρέπεια, πραγματική στήριξη του διπλανού. Ένας σύλλογος που κρατά ανοιχτό ένα τοπικό αρχείο, γονείς που ζητούν τεκμηριωμένες αποφάσεις για το σχολείο τους, πολίτες που ελέγχουν μαζί τις δημόσιες συμβάσεις κάνουν κάτι μικρό αλλά μετρήσιμο. Αν αφήσουμε τον κοινό σκοπό να χαθεί κάθε φορά που διεκδικούμε μερίδιο εξουσίας, ποιος θα πληρώσει πάλι τον λογαριασμό; Τα δικά σας συμπεράσματα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ

Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.