Νικηταράς: από τα Δερβενάκια στη μάχη για την αξιοπρέπεια
Ο πολεμιστής που έγινε σύμβολο ανδρείας προσπάθησε να ζήσει από τη γη και διεκδίκησε όσα θεωρούσε ότι του οφείλονταν. Τα έγγραφα είναι πιο απαιτητικά από έναν εύκολο θρύλο.

Νικηταράς: το όνομα παραπέμπει σε ένα σπαθί, όμως ένα από τα πιο αποκαλυπτικά τεκμήρια της ζωής του είναι μια αίτηση για χωράφια. Στις 24 Οκτωβρίου 1841, ο αγωνιστής απευθυνόταν στον Όθωνα περιγράφοντας γη στην Αργολίδα που, όπως έγραφε, είχε αποστραγγίσει και καλλιεργήσει με δικά του έξοδα, πριν του αφαιρεθεί. Ο άνθρωπος των Δερβενακίων δεν ζητούσε απλώς να τον θυμούνται. Προσπαθούσε να εξασφαλίσει έναν τρόπο ζωής για την οικογένειά του.
Οκτώ χρόνια αργότερα, υπουργική έκθεση αναγνώριζε ότι ούτε τα εισοδήματά του μαζί με τον μισθό του επαρκούσαν για τους τόκους των χρεών του. Ανάμεσα στις δύο αυτές καταγραφές βρίσκεται μια δυσκολότερη ιστορία από το γνώριμο σχήμα «ήρωας που έγινε ζητιάνος»: πόλεμος, προσωπικές δαπάνες, καλλιέργεια, πολιτική σύγκρουση, φυλάκιση, αναγνώριση που δεν έλυσε την οικονομική ασφυξία. Η ανδρεία του δεν μικραίνει όταν απομακρύνουμε τις ανεπιβεβαίωτες λεπτομέρειες. Αποκτά πρόσωπο, οικογένεια και συγκεκριμένο κόστος.
Νικηταράς: η οικογένεια και ο δρόμος προς την Επανάσταση
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος δεν εμφανίστηκε ξαφνικά μέσα στον καπνό μιας μεγάλης μάχης. Προερχόταν από τον κόσμο των ενόπλων της προεπαναστατικής Πελοποννήσου, όπου οι συγγένειες, οι τοπικές σχέσεις και η εμπειρία της καταδίωξης διαμόρφωναν τις διαδρομές των ανθρώπων. Πατέρας του ήταν ο Σταματέλος Τουρκολέκας και μητέρα του η Σοφία Καρούτσου. Η συγγένεια με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη περνούσε από τη μητέρα του, αδελφή της συζύγου του Γέρου του Μοριά. Δεν επρόκειτο, λοιπόν, μόνο για μια μεταγενέστερη στρατιωτική συνεργασία, αλλά για δεσμό που προϋπήρχε του κοινού αγώνα.
Στην αυτοβιογραφική αφήγηση που κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης, ο Νικηταράς τοποθετούσε τη γέννησή του στη Μεγάλη Αναστασίτσα, προς την Καλαμάτα. Η σχετική παράδοση συνδέεται με τη σημερινή Νέδουσα. Οι βιογραφικές πηγές δεν συμφωνούν όλες για το ακριβές έτος γέννησης· γι’ αυτό μια απόλυτη ηλικία σε κάθε σταθμό της ζωής του θα δημιουργούσε βεβαιότητα μεγαλύτερη από εκείνη που διαθέτουμε. Ασφαλέστερο είναι να κρατήσουμε τη δική του λιτή αναφορά για την παιδική ηλικία: «Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα».
Το απόσπασμα δημοσιεύεται στη βιογραφική συγκέντρωση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης ως λόγος του αγωνιστή προς τον Τερτσέτη. Δεν είναι ημερολόγιο γραμμένο από ένα παιδί την ώρα των γεγονότων, αλλά κατοπινή ανάμνηση. Ακόμη κι έτσι, μετακινεί την προσοχή από το εντυπωσιακό προσωνύμιο σε μια πραγματικότητα σκληρή: η εξοικείωση με τα όπλα και τον κίνδυνο άρχισε πολύ πριν από την Επανάσταση. Η πολεμική ικανότητα είχε βιογραφικό υπόβαθρο, όχι κάποια υπερφυσική προέλευση.
Στη διαδρομή του συνδέθηκε με τον Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη και παντρεύτηκε την κόρη του, Αγγελίνα. Σε μεταγενέστερα έγγραφα η σύζυγος εμφανίζεται και ως Αγγελική. Η σχέση αυτή συνέδεε δύο οικογενειακούς κόσμους με εμπειρία ένοπλης δράσης. Δεν διαθέτουμε εδώ την αλληλογραφία που θα επέτρεπε να ανασυνθέσουμε τις ιδιωτικές τους συνομιλίες ή να αποδώσουμε στη γυναίκα του συγκεκριμένες σκέψεις κάθε φορά που εκείνος έφευγε. Γνωρίζουμε όμως ότι η οικογένεια υπήρξε πραγματικός αποδέκτης των συνεπειών του πολέμου και των μετέπειτα οικονομικών δυσκολιών, όχι υποσημείωση στη δόξα του.
Η παραμονή στα Επτάνησα αποτελεί έναν ακόμη κρίκο πριν από το 1821. Εκεί βρέθηκε σε έναν χώρο διαφορετικό από τα ορεινά καταφύγια της Πελοποννήσου, κοντά και σε άλλους ανθρώπους που θα πρωταγωνιστούσαν στην εξέγερση. Το αρχειακό βιογραφικό των Γενικών Αρχείων του Κράτους καταγράφει τη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία το 1818 και την επιστροφή του στην Πελοπόννησο τον Φεβρουάριο του 1821. Η απόφαση να συνδεθεί με την Εταιρεία εντάσσει την προσωπική του πορεία σε οργανωμένη επαναστατική προετοιμασία, όχι απλώς σε μια ακολουθία τοπικών συγκρούσεων.
Η έναρξη του Αγώνα τον βρίσκει στο πλευρό του Κολοκοτρώνη και των δυνάμεων που κινήθηκαν προς την Καλαμάτα. Ο Αγαπητός Σ. Αγαπητός, στο βιβλίο «Οι ένδοξοι Έλληνες του 1821», έκδοση 1877, περιγράφει στη συνέχεια προσπάθειές του να συγκεντρώσει άνδρες στην ενδοχώρα. Το έργο είναι εγκωμιαστική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα, όχι αυτούσια αυτόπτης κατάθεση. Οι θεατρικοί διάλογοι και οι περιγραφές εσωτερικών συναισθημάτων του συγγραφέα δεν μπορούν να διαβαστούν σαν καταγραφή κάμερας. Η βασική ακολουθία, ωστόσο, φωτίζει την πρακτική πλευρά της εξέγερσης: έπρεπε να συγκεντρωθούν άνθρωποι που θα έμεναν μαζί όταν άρχιζαν τα πυρά.
Αυτό ήταν διαφορετικό έργο από μια διακήρυξη. Η Τριπολιτσά αποτελούσε κέντρο της οθωμανικής ισχύος στην Πελοπόννησο και οι επιχειρήσεις γύρω της δεν είχαν προκαθορισμένη έκβαση. Για τους επαναστάτες το ζητούμενο δεν ήταν μόνο να εκδηλώσουν την απόφασή τους για ελευθερία, αλλά να αποκτήσουν δυνατότητα άμυνας, να κρατήσουν θέσεις και να αντιμετωπίσουν οργανωμένες εξόδους. Ο Νικηταράς δοκιμάστηκε σε αυτό το περιβάλλον, όπου η φήμη ενός αρχηγού έπρεπε να στηρίζεται στην παρουσία του δίπλα στους άνδρες του και στην ικανότητα να τους καθοδηγεί υπό πίεση.
Στα Δολιανά, τον Μάιο του 1821, η άμυνα σε οχυρωμένα σπίτια και η αντιμετώπιση ισχυρότερης οθωμανικής δύναμης έδωσαν στη δράση του ιδιαίτερο βάρος. Η αφήγηση του Αγαπητού περιγράφει πολύωρη αντίσταση, ανατροπή της πίεσης και υποχώρηση των επιτιθέμενων προς την Τριπολιτσά. Η ουσία δεν βρίσκεται σε έναν εντυπωσιακό αριθμό αντιπάλων που υποτίθεται ότι εξουδετέρωσε μόνος του. Βρίσκεται στη χρησιμοποίηση του χώρου, στην αντοχή μιας ομάδας και στην απόφαση να μη διαλυθεί η άμυνα μπροστά σε υπέρτερη δύναμη.
Εδώ αρχίζει να γίνεται κατανοητό και το προσωνύμιο «Τουρκοφάγος», με το οποίο πέρασε στη λαϊκή και ιστορική μνήμη. Είναι όρος του πολέμου και της ηρωικής γλώσσας της εποχής, συνδεδεμένος με τις συγκρούσεις εναντίον οθωμανικών στρατευμάτων. Δεν χρειάζεται να τον αποσιωπήσουμε, ούτε να τον μετατρέψουμε σε σημερινή προτροπή εχθρότητας προς έναν λαό. Για να καταλάβουμε τον Νικηταρά, περισσότερο βοηθά να εξετάσουμε τι έκανε σε μια συγκεκριμένη μάχη παρά να επαναλαμβάνουμε το προσωνύμιο σαν να εξηγεί μόνο του μια ολόκληρη ζωή.
Οι επιτυχίες αυτές συνέβαλαν στη στερέωση της Επανάστασης, χωρίς να καταργούν τον κίνδυνο. Ένας στρατιωτικός αρχηγός μπορούσε να κερδίσει μια σύγκρουση και να χρειάζεται αμέσως μετά νέους άνδρες, εφόδια, χρήματα και συνεργασίες. Η μεταγενέστερη αίτηση του Νικηταρά για τα χρέη του θα μας επιτρέψει να δούμε και αυτή την αθέατη πλευρά: την τροφοδοσία σωμάτων ως οικονομική υποχρέωση που μπορούσε να ακολουθεί τον αρχηγό για δεκαετίες. Το σπαθί και ο λογαριασμός δεν ανήκαν σε δύο ασύνδετες ιστορίες. Ήταν διαφορετικές όψεις της ίδιας συμμετοχής στον Αγώνα.
Η οικογένεια, επομένως, δεν μπαίνει στην αφήγηση μόνο όταν ο πολεμιστής επιστρέφει τραυματισμένος ή γηρασμένος. Υπήρχε ήδη ως ζωή που έπρεπε να συνεχιστεί παράλληλα με τη δημόσια αποστολή. Αυτό δεν μας επιτρέπει να κατασκευάσουμε σκηνές αποχωρισμού με την Αγγελίνα. Μας υποχρεώνει όμως να προσέξουμε τη μετέπειτα επιμονή του για καλλιέργεια και βιοπορισμό. Εκεί ο αναγνωρισμένος αρχηγός μιλά ως άνθρωπος με υποχρεώσεις προς τους δικούς του, και η ηρωική εικόνα αποκτά το μέτρο μιας καθημερινότητας που δεν απαλλασσόταν από την ανάγκη επειδή υπήρχε φήμη.
Δερβενάκια: η προσωπική ανδρεία μέσα σε μια συλλογική νίκη
Το καλοκαίρι του 1822 έφερε μια απειλή διαφορετικής κλίμακας. Η εκστρατεία του Μαχμούτ πασά Δράμαλη προς την Πελοπόννησο μπορούσε να ανατρέψει όσα είχαν κερδηθεί. Η είσοδος μιας ισχυρής στρατιάς στην Αργολίδα δεν ήταν ένα ακόμη τοπικό επεισόδιο. Έθετε σε κίνδυνο την επιβίωση της εξέγερσης και απαιτούσε συντονισμό πολύ μεγαλύτερο από την αντοχή ενός χωριού ή την τόλμη ενός οπλαρχηγού. Ο Νικηταράς θα γινόταν μία από τις καθοριστικές μορφές αυτής της αναμέτρησης, αλλά η σημασία του φαίνεται ακριβέστερα όταν τοποθετηθεί μέσα στο συνολικό σχέδιο.
Η ιστορική παρουσίαση του Στρατού Ξηράς συνδέει την εξέλιξη με την καθυστέρηση των οθωμανικών δυνάμεων στην Αργολίδα, το πρόβλημα ανεφοδιασμού και την ελληνική κατάληψη των περασμάτων προς την Κόρινθο. Ο Κολοκοτρώνης είχε κεντρικό ρόλο στον συντονισμό. Η νίκη δεν εξηγείται με το ότι κάποιοι άνδρες πολέμησαν γενναιότερα σε ένα τυχαίο σημείο του χάρτη. Προηγήθηκαν επιλογές για το πού θα δυσκολευόταν να κινηθεί ο αντίπαλος, πώς θα περιοριζόταν η τροφοδοσία του και πότε η αριθμητική του δύναμη θα έχανε μέρος της χρησιμότητάς της.
Η κατοχή του κάστρου της Λάρισας στο Άργος και η καθυστέρηση που προκάλεσε αποτελούν μέρος αυτής της εικόνας. Το ίδιο και η στέρηση διαθέσιμων εφοδίων στην πεδιάδα. Πρόκειται για πόλεμο που άγγιζε τον τόπο και την παραγωγή, όχι για αναμέτρηση αποκομμένη από τους κατοίκους. Η στρατηγική έχει πάντοτε υλικό υπόβαθρο: δρόμους, νερό, τροφή, δυνατότητα μετακίνησης. Η κατανόησή του δεν αφαιρεί κάτι από την ανδρεία των μαχητών. Εξηγεί γιατί η ανδρεία μπόρεσε να αποκτήσει αποτέλεσμα αντί να εξαντληθεί σε μια απελπισμένη, μεμονωμένη θυσία.
Στη διήγηση του Αγαπητού, ο Νικηταράς καλείται να επιστρέψει από τη Ρούμελη μπροστά στον κίνδυνο του Δράμαλη. Ο συγγραφέας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ταχύτητα της ανταπόκρισής του. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσουμε κάθε δραματική λεπτομέρεια της αφήγησης για να διακρίνουμε το ουσιαστικό: ένας οπλαρχηγός ήταν χρήσιμος όχι μόνο επειδή είχε φήμη, αλλά επειδή μπορούσε να μεταφέρει την πολεμική του δύναμη εκεί όπου την απαιτούσε ο κοινός αγώνας. Η συνεργασία είχε συγκεκριμένη γεωγραφία και κόστος μετακίνησης· δεν ήταν απλώς ένα σύνθημα ενότητας.
Στις 26 Ιουλίου 1822, στα Δερβενάκια, οι δυνάμεις του Δράμαλη βρέθηκαν αντιμέτωπες με ελληνικές θέσεις στα στενά. Στις 28 Ιουλίου ακολούθησε η αναμέτρηση στο Αγιονόρι. Η παρουσία του Νικηταρά συνδέεται με αυτή τη διαδοχή επιχειρήσεων, μαζί με τον Δημήτριο Υψηλάντη, τον Παπαφλέσσα και άλλους αγωνιστές. Οι δύο ημερομηνίες βοηθούν να αποφύγουμε μια συνηθισμένη συμπύκνωση της μνήμης: τα πάντα δεν συνέβησαν σε μία ακίνητη ηρωική εικόνα, ούτε όλες οι ενέργειες υπάγονταν στην προσωπική δράση ενός ανθρώπου.
Η ιδιαιτερότητα του περάσματος σήμαινε ότι οι επιτιθέμενοι δεν μπορούσαν να αξιοποιήσουν ελεύθερα όλη τη δύναμή τους. Για τους Έλληνες, ωστόσο, η ευνοϊκή θέση δεν εξαφάνιζε τον κίνδυνο της μάχης. Χρειαζόταν να κρατηθούν οι θέσεις, να λειτουργήσουν οι ομάδες και να συνεχιστεί η πίεση όταν ο αντίπαλος επιχειρούσε να διαφύγει. Εδώ εντάσσεται η προσωπική αξία του Νικηταρά: ως αρχηγού που συμμετείχε αποφασιστικά στην πολεμική προσπάθεια και όχι ως μοναχικού πρωταγωνιστή που υποκαθιστούσε στρατηγική, συνεργάτες και στρατιώτες.
Οι αφηγήσεις για σπαθιά που έσπασαν και για ένα χέρι που δεν μπορούσε να ανοίξει μετά τη μάχη εκφράζουν τη δύναμη που απέκτησε η μορφή του στη μνήμη. Δεν αποτελούν, από μόνες τους, ασφαλή μέθοδο καταμέτρησης των πράξεών του. Όταν μια λεπτομέρεια κυκλοφορεί σε πολλές επαναλήψεις χωρίς σαφή αλυσίδα μαρτυρίας, ο μεγάλος αριθμός αναδημοσιεύσεων δεν την κάνει ανεξάρτητα διασταυρωμένη. Η ανδρεία που χρειάζεται να αναγνωρίσουμε δεν εξαρτάται από το αν θα υιοθετήσουμε έναν συγκεκριμένο αριθμό σπαθιών ή αντιπάλων. Η τεκμηριωμένη συμμετοχή του στη νίκη έχει ήδη ιστορικό βάρος.
Η απόκρουση της εκστρατείας στέρησε από την οθωμανική πλευρά τη δυνατότητα να ολοκληρώσει τον σχεδιασμό της στην Πελοπόννησο εκείνη τη στιγμή και ενίσχυσε την Επανάσταση. Δεν τερμάτισε τον πόλεμο. Η διάκριση έχει σημασία για τον άνθρωπο που παρακολουθούμε: ο Νικηταράς δεν επέστρεψε έπειτα από μια μεγάλη ημέρα σε μια τακτοποιημένη ειρήνη. Η δράση συνεχίστηκε, οι ανάγκες παρέμειναν και οι εσωτερικές συγκρούσεις θα επιβάρυναν τον κοινό αγώνα. Η δόξα μιας νίκης δεν ήταν εγγύηση ούτε για την επόμενη στρατιωτική εξέλιξη ούτε για την προσωπική του ασφάλεια.
Η σχέση με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη επιτρέπει να δούμε και τα δύο: τη δύναμη μιας συνεργασίας στο πεδίο και τη μετέπειτα εμπλοκή των ίδιων ανθρώπων σε πολιτικές αντιπαραθέσεις. Δεν θα ήταν έντιμο να μετατρέψουμε τον Νικηταρά σε πρόσωπο έξω από τις παρατάξεις της εποχής. Στους εμφύλιους της Επανάστασης συνδέθηκε με την πλευρά του Κολοκοτρώνη. Οι μεταγενέστεροι έπαινοι για την αποστροφή του στην αδελφοκτονία δεν ισοδυναμούν με τεκμήριο ότι έμεινε χωρίς θέση ή δεσμούς μέσα στη σύγκρουση.
Αυτό είναι μια από τις αντιφάσεις που κάνουν τη βιογραφία ανθρώπινη. Οι δεσμοί εμπιστοσύνης που βοήθησαν να οργανωθεί μια νίκη μπορούσαν, σε άλλες συνθήκες, να αποτελέσουν γραμμές πολιτικού διαχωρισμού. Δεν σημαίνει ότι κάθε στρατιωτική συνεργασία οδηγεί αναγκαστικά σε διχασμό. Σημαίνει ότι η ενότητα δεν ήταν μόνιμο φυσικό γνώρισμα των αγωνιστών, αλλά αποτέλεσμα δύσκολων επιλογών. Το να τους τιμούμε απαιτεί να βλέπουμε και την αποτελεσματική σύμπραξη και την αποτυχία να προστατευτεί ο κοινός σκοπός από τις εσωτερικές αναμετρήσεις.
Η επόμενη μεγάλη απειλή, με την εκστρατεία του Ιμπραήμ, ξανάφερε στο προσκήνιο την ανάγκη της άμυνας. Ο Νικηταράς παρέμεινε μέσα στον πολεμικό κόσμο της Επανάστασης. Η διαδρομή του δεν εξαντλείται, επομένως, σε ένα προσωνύμιο, έναν πίνακα και μια μάχη. Το ιδιαίτερο στοιχείο είναι η διάρκεια της έκθεσης: χρόνια συμμετοχής, μετακινήσεων και υποχρεώσεων. Όταν αργότερα περιέγραφε έξοδα και οφειλές του Αγώνα, αναφερόταν σε αυτό το παρατεταμένο βίωμα, όχι μόνο σε ένα κατόρθωμα που μπορούσε να συνοψιστεί σε μια επετειακή ημερομηνία.
Από τον πόλεμο στη γη, στην πολιτική και στη φυλακή
Η συγκρότηση του νέου κράτους έθεσε μπροστά στους αγωνιστές ένα διαφορετικό ερώτημα: τι θα γινόταν η πολεμική τους εμπειρία μέσα σε μια πολιτεία που επιχειρούσε να οργανώσει διοίκηση, στρατό και οικονομία; Ο Νικηταράς συνδέθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια και ανέλαβε δημόσιες αρμοδιότητες. Δεν ήταν ένας άνθρωπος που εξαφανίστηκε από τη δημόσια ζωή αμέσως μετά τις μάχες. Η μετάβαση, όμως, από τη συμμετοχή στον Αγώνα σε σταθερή ζωή δεν εξασφαλιζόταν αυτόματα από μια θέση, έναν βαθμό ή την αναγνώριση του ονόματός του.
Η περίπτωση του φωτίζει μια λιγότερο πολεμική επιθυμία: να εργαστεί και να αποκτήσει βάση βιοπορισμού στην Αργολίδα. Οι αιτήσεις του, όπως δημοσιεύθηκαν από τον Ιωάννη Π. Χιωτακάκο, μιλούν για αποστράγγιση, καλλιέργεια, αμπέλια, δέντρα, κτίσματα και ζώα εργασίας. Αυτή η απαρίθμηση δεν έχει τον ρυθμό ενός στρατιωτικού κατορθώματος. Έχει τον χρόνο που χρειάζεται ένα χωράφι για να αποδώσει. Και ακριβώς γι’ αυτό προσθέτει κάτι ουσιαστικό στην εικόνα του: ο άνθρωπος που είχε μάθει να ζει μέσα στην ανασφάλεια επιχείρησε να δημιουργήσει ένα πιο σταθερό μέλλον.
Υπάρχει και μια διαφορετική παραγωγική προσπάθεια, η συνεργασία του με τον Διονύσιο Πύρρο τον Θεσσαλό για χαρτοποιείο στο Κεφαλάρι του Άργους, το 1829. Η ιστορική παρουσίαση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης αναφέρει σύντομη λειτουργία και οικονομικά εμπόδια στη συνέχισή της. Δεν αρκεί για να αποδώσουμε συγκεκριμένα κίνητρα σε κάθε κρατικό παράγοντα που δεν υποστήριξε το εγχείρημα. Επιτρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι ο ορίζοντας του Νικηταρά δεν περιοριζόταν στη στρατιωτική σταδιοδρομία. Η παραγωγή και η αξιοποίηση του τόπου εμφανίζονται ως πραγματικές επιλογές, έστω χωρίς διαρκή επιτυχία.
Η ιστορία της γης είναι πιο σύνθετη από την εικόνα ενός ανθρώπου που απλώς έλαβε ένα κτήμα. Στην αίτηση προς τον Όθωνα της 24ης Οκτωβρίου 1841, ο Νικηταράς αναφέρεται σε εθνικές γαίες στη θέση Σερεμέτι της Αργολίδας. Ισχυρίζεται ότι του είχαν παραχωρηθεί με άδεια της ελληνικής διοίκησης σε διαφορετικές περιστάσεις, ενώ ήταν χέρσες και σκεπασμένες από νερά. Η διατύπωση είναι σημαντική: πρόκειται για τη δική του διεκδίκηση και περιγραφή της προϊστορίας του ακινήτου, όχι για σύγχρονο έλεγχο τίτλων που έχει κλείσει κάθε ζήτημα κυριότητας.
Σύμφωνα με την ίδια αίτηση, δαπάνησε όσα απέκτησε για να απομακρύνει τα νερά, να φτιάξει διώρυγες και να καλλιεργήσει. Αναφέρει ότι οι αναστατώσεις κατέστρεψαν τις φυτεύσεις και ότι επέστρεψε στην προσπάθεια για να εξασφαλίσει τον οικογενειακό βίο. Δεν είναι απαραίτητο να προσθέσουμε μια φανταστική σκηνή με τον ίδιο πάνω από το αλέτρι. Οι εργασίες που περιγράφει είναι αρκετά συγκεκριμένες. Δείχνουν επένδυση χρόνου και πόρων σε κάτι που δεν αποδίδει αμέσως, αλλά γίνεται πολύτιμο ακριβώς επειδή κάποιος έχει προηγουμένως εργαστεί επάνω του.
Έπειτα, στην αφήγησή του, η εγκατάσταση του κρατικού ιπποφορβείου οδήγησε στην αφαίρεση εκτάσεων. Ένα μέρος που είχε μείνει στην κατοχή του αφαιρέθηκε αργότερα επίσης, ενώ ο ίδιος αναφέρει και δημοπράτηση γαιών. Αυτά είναι συγκεκριμένα παράπονα απέναντι σε κρατικές πράξεις, όχι γενική διαμαρτυρία ότι η πατρίδα τον ξέχασε. Για πλήρη νομική αποτίμηση θα χρειαζόταν αντιπαραβολή με όλες τις αποφάσεις παραχώρησης, τα σχέδια ορίων και τις πράξεις της διοίκησης. Η αίτηση, ωστόσο, τεκμηριώνει χωρίς αμφιβολία τι ζητούσε και με ποια επιχειρήματα υπερασπιζόταν την εργασία του.
Το κείμενο αυτό το διαβάζουμε στη μελέτη «Σχέσεις Νικηταρά με το Άργος», που παρουσιάστηκε το 1986 και αναρτήθηκε το 2010. Ο Χιωτακάκος δημοσίευσε μεταγραφές οικογενειακών εγγράφων. Η διάκριση έχει σημασία: η διαθέσιμη πρόσβαση εδώ είναι στη δημοσιευμένη μεταγραφή, όχι σε αυτοψία του πρωτοτύπου. Παράλληλα, ο συντάκτης της αίτησης υπερασπιζόταν το συμφέρον του. Ο ιστορικός αναγνώστης μπορεί να ακούσει προσεκτικά τη φωνή του χωρίς να θεωρήσει ότι κάθε επιμέρους αξίωση έχει ήδη κριθεί από ανεξάρτητο δικαστή.
Πριν από αυτή την αίτηση είχε μεσολαβήσει μια βαθιά τομή. Τον Δεκέμβριο του 1839 ο Νικηταράς συνελήφθη σε σχέση με την υπόθεση της Φιλορθόδοξης Εταιρείας. Το αρχειακό βιογραφικό των Γενικών Αρχείων του Κράτους καταγράφει ότι αθωώθηκε, αλλά παρέμεινε φυλακισμένος στην Αίγινα για ακόμη δεκατέσσερις μήνες. Η σύλληψη δεν αποτελεί απόδειξη της κατηγορίας. Και η αθώωση δεν πρέπει να χάνεται μέσα σε μια αφήγηση που χρησιμοποιεί αόριστα τη λέξη «συνωμότης» σαν οριστική ταυτότητα του ανθρώπου.
Η παραμονή στη φυλακή μετά την αθώωση είναι από μόνη της ένα βαρύ γεγονός. Δεν χρειάζεται να το ενισχύσουμε με μη διασταυρωμένες σκηνές βασανισμού ή με μια υποτιθέμενη ιατρική διάγνωση που θα εξηγούσε με βεβαιότητα την απώλεια της όρασής του. Οι βιογραφικές καταγραφές συνδέουν τα τελευταία του χρόνια με σοβαρή επιβάρυνση της υγείας και τύφλωση. Η ακριβής ιατρική αλληλουχία δεν προκύπτει από τα έγγραφα που παρουσιάζονται εδώ. Η ανθρώπινη και θεσμική σημασία της στέρησης της ελευθερίας δεν εξαρτάται από το αν θα συμπληρώσουμε αυτό το κενό με εικασίες.
Ούτε η πολιτική του θέση πρέπει να σβηστεί για να γίνει πιο εύκολο το πορτρέτο. Ο Νικηταράς είχε δεσμούς, προτιμήσεις και αντιπάλους μέσα στο νέο κράτος. Αυτό δεν καταργεί τα δικαιώματά του και δεν μετατρέπει κάθε καταγγελία εναντίον του σε αλήθεια. Αντίθετα, κάνει πιο απαιτητικό το κριτήριο με το οποίο εξετάζουμε τη μεταχείρισή του: η δικαιοσύνη δεν δοκιμάζεται μόνο απέναντι σε έναν πολιτικά ουδέτερο πολίτη, αλλά και απέναντι σε εκείνον που βρίσκεται μέσα σε μια έντονη σύγκρουση με την εξουσία.
Η αποφυλάκιση δεν σήμαινε ότι είχαν σταματήσει να τρέχουν οι υποθέσεις έξω από τη φυλακή. Στην αχρονολόγητη αναφορά του προς τη Γερουσία και τη Βουλή, που δημοσιεύεται μαζί με τα άλλα έγγραφα, ο ίδιος περιγράφει οικονομικές επιβαρύνσεις συνδεδεμένες με ακίνητο στο Ναύπλιο και με τη διαχείρισή του από τρίτους ενώ ήταν κρατούμενος. Το προσωπικό κόστος της φυλάκισης, επομένως, δεν περιορίζεται στις ημέρες που χάνονται πίσω από μια πόρτα. Στη δική του μαρτυρία περιλαμβάνει την απώλεια δυνατότητας να επιβλέπει όσα επηρέαζαν την περιουσία και το μέλλον της οικογένειας.
Η συνομιλία με το αφιέρωμα στον Ιωάννη Καποδίστρια βρίσκεται ακριβώς στη δυσκολία της μετάβασης από τον Αγώνα στους θεσμούς. Δεν είναι ταυτόσημες διαδρομές, ούτε η προσωπική σχέση αρκεί για να εξηγήσει όλες τις εξελίξεις. Η περίπτωση του Νικηταρά θέτει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα: πώς ένας άνθρωπος με πολεμική προσφορά, δημόσιους ρόλους και προσπάθειες παραγωγικής αποκατάστασης μπορούσε να παραμένει οικονομικά ευάλωτος και πολιτικά εκτεθειμένος. Η απάντηση χρειάζεται έγγραφα και πράξεις, όχι μόνο αντιπαράθεση ανάμεσα σε έναν καλό ήρωα και μια αόριστη κακή εποχή.

Τα χρέη του 1849 και η μνήμη που δεν χρειάζεται επινοήσεις
Στην αναφορά προς τη Γερουσία και τη Βουλή, ο Νικηταράς δεν περιγράφει απλώς φτώχεια. Παρουσιάζει έναν μηχανισμό χρέους. Για το ακίνητο στο Ναύπλιο γράφει ότι δαπάνη που υπολόγιζε σε τριάντα έως τριάντα πέντε χιλιάδες δραχμές έφτασε, κατά τον λογαριασμό που επικαλείται, στις 79.775. Αναφέρεται σε δανεισμό είκοσι χιλιάδων δραχμών από τράπεζα και σε αδυναμία εξόφλησης των χρεολυσίων. Οι αριθμοί είναι δικοί του ισχυρισμοί μέσα σε αίτηση· ο συνοδευτικός λογαριασμός δεν ελέγχεται εδώ. Δεν τους μετατρέπουμε σε σημερινά ευρώ ούτε τους παρουσιάζουμε σαν ολοκληρωμένο ανεξάρτητο οικονομικό έλεγχο.
Το σημαντικό είναι η αλληλουχία που περιγράφει: μια υποχρέωση για οικοδομή, διαχείριση από τρίτους, αύξηση του κόστους, νέο δάνειο και αδυναμία να εξυπηρετηθεί. Η ύπαρξη περιουσίας δεν αποκλείει την οικονομική ασφυξία όταν οι οφειλές και οι τόκοι υπερβαίνουν τις δυνατότητες του οφειλέτη. Αυτή η διάκριση είναι αναγκαία για να καταλάβουμε τα τελευταία του χρόνια. Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο απόλυτες εικόνες, ενός ανθρώπου που δεν κατείχε ποτέ τίποτε και ενός ανθρώπου που, επειδή είχε ακίνητο, δεν μπορούσε να βρίσκεται σε πραγματική ανάγκη.
Στο ίδιο κείμενο επανέρχεται και ο πόλεμος. Ο Νικηταράς επικαλείται παλαιότερα δάνεια για την τροφοδοσία των στρατευμάτων του και δικαστικές διεκδικήσεις που ακολούθησαν. Η προσφορά για την οποία τον τιμούσαν δημόσια εμφανίζεται εδώ και ως ιδιωτική οικονομική εκκρεμότητα. Η αναφορά δεν αποδεικνύει από μόνη της το ακριβές ύψος κάθε απαίτησης. Αποκαλύπτει όμως το είδος του προβλήματος που ζητούσε να αναγνωριστεί: δαπάνες του κοινού Αγώνα μπορούσαν να παραμένουν προσωπικό βάρος εκείνου που είχε αναλάβει να τις καλύψει.
Γι’ αυτό και ο λόγος του δεν περιορίζεται σε αίτημα ελεημοσύνης. Υποστηρίζει ότι έχει αξιώσεις απέναντι στην πολιτεία και ζητά να εξεταστούν. Υπάρχει αξιοπρέπεια σε αυτή τη διαφορά. Ο άνθρωπος δεν εμφανίζεται μόνο ως παθητικό θύμα που περιμένει έναν ευεργέτη. Γράφει, εξηγεί, διεκδικεί, απευθύνεται στα αρμόδια όργανα. Μπορούμε να θαυμάσουμε την επιμονή χωρίς να θεωρήσουμε εκ των προτέρων δικαιωμένο κάθε ποσό της αίτησής του. Η δημόσια κρίση οφείλει και να ακούει το αίτημα και να το ελέγχει με συγκεκριμένα στοιχεία.
Στις 25 Ιουνίου 1849 η υπόθεση δεν βρισκόταν πλέον μόνο στη φωνή του ίδιου. Ο υπουργός Οικονομικών Λυκούργος Ι. Κρεστενίτης παρουσίαζε στη Βουλή εισηγητική έκθεση υπέρ παραχώρησης γης στον Νικηταρά. Το κείμενο περιλαμβάνεται στις δημοσιευμένες μεταγραφές του Χιωτακάκου. Πρόκειται για κυβερνητική εισήγηση, όχι για απόδειξη ότι η προτεινόμενη λύση εκτελέστηκε τελικά. Η διάκριση ανάμεσα σε αναγνώριση προβλήματος, πρόταση και εφαρμογή είναι κρίσιμη. Αν τη χάσουμε, μπορεί να εμφανίσουμε ως ολοκληρωμένη αποκατάσταση εκείνο που το έγγραφο παρουσιάζει ως ζητούμενο.
Ο υπουργός αναφερόταν στην πολεμική προσφορά, στις κακουχίες και στην οικονομική κατάσταση του αγωνιστή. Η οξύτητα του προβλήματος αποτυπώνεται στην εκτίμηση ότι ακόμη και η πώληση της περιουσίας δεν θα επαρκούσε για την κάλυψη παρά μέρους των χρεών. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η αναφορά ότι το εισόδημα από την περιουσία μαζί με τον μισθό δεν αρκούσε για τους τόκους. Δεν μιλάμε, συνεπώς, για μια αφηρημένη αχαριστία που αποδεικνύεται μόνο από μεταγενέστερο συγκινητικό διήγημα. Υπάρχει σύγχρονη προς τη ζωή του επίσημη περιγραφή οικονομικού αδιεξόδου.
Η προτεινόμενη παραχώρηση δεν παρουσιαζόταν στην έκθεση απλώς ως δώρο. Η αξία της θα συμψηφιζόταν με οφειλόμενους μισθούς και πολεμικές δαπάνες. Ο Κρεστενίτης συνέκρινε επίσης την περίπτωση με άλλες παραχωρήσεις που είχαν γίνει. Έτσι η συζήτηση μετατοπίζεται από το αν η κοινωνία λυπήθηκε αρκετά έναν παλιό πολεμιστή στο αν η πολιτεία εκπλήρωνε συγκεκριμένες υποχρεώσεις και με ποιο μέτρο αντιμετώπιζε διαφορετικούς δικαιούχους. Το έγγραφο αξίζει να διαβαστεί για αυτή τη θεσμική διάσταση, όχι μόνο ως επιβεβαίωση της καλής φήμης του Νικηταρά.
Υπάρχει ταυτόχρονα ένα όριο που προστατεύει την ακρίβεια. Η εισήγηση του υπουργού περιείχε αξιολογήσεις και στόχευε να πείσει τη Βουλή για μια λύση. Δεν είναι ουδέτερη λογιστική πραγματογνωμοσύνη. Έχει όμως διαφορετική προέλευση και λειτουργία από την προσωπική αίτηση του αγωνιστή. Η σύγκλιση των δύο τεκμηρίων ως προς την οικονομική δυσκολία είναι ουσιαστική, χωρίς να επιτρέπει να συμπληρώσουμε μόνοι μας το τελικό αποτέλεσμα της διοικητικής διαδικασίας. Η αυστηρή ανάγνωση δεν αποδυναμώνει την ιστορία· μας δείχνει ακριβώς ποιο μέρος της μπορούμε να υποστηρίξουμε.
Αυτή η εικόνα δεν συμβιβάζεται με την απόλυτη φράση ότι το κράτος δεν του αναγνώρισε ποτέ τίποτε. Το αρχειακό βιογραφικό καταγράφει τον βαθμό του υποστράτηγου το 1843 και τη γερουσιαστική ιδιότητα το 1847. Υπήρχε επίσης μισθός, όπως δείχνει η ίδια η υπουργική έκθεση. Η αναγνώριση και η οικονομική δυσχέρεια συνυπήρχαν. Το ερώτημα είναι επομένως πιο αιχμηρό από ένα απλό «τον ξέχασαν»: τι αξία είχε η δημόσια τιμή όταν οι πραγματικές υποχρεώσεις, η ασθένεια και τα χρέη εξακολουθούσαν να καθορίζουν την καθημερινότητα;
Ο Νικηταράς πέθανε στον Πειραιά το 1849, έχοντας χάσει την όρασή του και αντιμετωπίζοντας σοβαρές δυσκολίες. Η διαδεδομένη αφήγηση ότι του είχε χορηγηθεί επίσημη άδεια να επαιτεί σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο δεν τεκμηριώνεται από κάποιο τέτοιο πρωτότυπο διοικητικό έγγραφο στις πηγές που παρουσιάζονται εδώ. Δεν τη χρησιμοποιούμε ως αποδεδειγμένο περιστατικό. Ούτε αποδίδουμε χωρίς ιατρικά στοιχεία την τύφλωση σε μία μοναδική αιτία. Η απουσία αυτών των βεβαιοτήτων δεν αναιρεί ούτε τη φυλάκιση ούτε την οικονομική ανάγκη, για τις οποίες υπάρχουν διαφορετικά και συγκεκριμένα τεκμήρια.
Μετά τον θάνατό του οι υποχρεώσεις δεν έπαψαν να αφορούν τους δικούς του. Στο σώμα των εγγράφων που δημοσίευσε ο Χιωτακάκος περιλαμβάνεται και μεταγενέστερη συνταξιοδοτική απόφαση για τη χήρα Αγγελική και τον γιο Ιωάννη. Η ύπαρξή της υπενθυμίζει ότι η οικογενειακή ιστορία συνεχίζεται μετά το τέλος του πολεμιστή. Δεν είναι αναγκαίο να μετατρέψουμε τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας σε δραματικούς δευτερεύοντες χαρακτήρες, αποδίδοντάς τους ανεξέλεγκτες διαγνώσεις ή λόγια που δεν σώθηκαν. Αρκεί να αναγνωρίσουμε ότι η δημόσια προσφορά είχε συνέπειες και για ανθρώπους που δεν βρίσκονταν στο κέντρο των επετείων.
Η δημόσια εικόνα του είχε αρχίσει να διαμορφώνεται όσο ζούσε. Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο καταγράφει λιθογραφία του Adam Friedel, έκδοση 1827, από το λεύκωμα «The Greeks». Δεν πρόκειται για φωτογραφία, αλλά για συγκεκριμένο εικονιστικό τεκμήριο της εποχής. Άλλο είναι η ιστορική προσωπογραφία, άλλο η σημερινή καλλιτεχνική αναπαράσταση και άλλο η φωτογραφική καταγραφή γεγονότος. Η καθαρή σήμανση των εικόνων βοηθά τον αναγνώστη να διακρίνει αυτά τα επίπεδα χωρίς να χάνει τη δύναμη της οπτικής επαφής με το πρόσωπο.
Υπάρχει και διαδρομή προς την έρευνα πέρα από τις δημοφιλείς βιογραφίες. Ο κατάλογος των Γενικών Αρχείων του Κράτους περιγράφει συλλογή πέντε επιστολών του, της περιόδου 1822 έως 1830, με κωδικό PRI031.01. Η περιγραφή ενός αρχείου δεν ισοδυναμεί με ανάγνωση των επιστολών του. Δίνει, όμως, συγκεκριμένο σημείο εκκίνησης σε όποιον θέλει να ζητήσει πρόσβαση ή να αναζητήσει περαιτέρω τεκμήρια. Αυτή είναι μια πρακτική μορφή ιστορικής φροντίδας: να γνωρίζουμε πού σώζεται υλικό και να διεκδικούμε τη διατήρηση, την τεκμηρίωση και την προσβασιμότητά του.
Η διαδρομή συναντά και εκείνη του Μακρυγιάννη, όχι επειδή οι δύο ζωές ήταν ίδιες, αλλά επειδή η μαρτυρία του αγωνιστή και η σχέση του με το κράτος απαιτούν κάτι περισσότερο από έναν επετειακό έπαινο. Η ανάγνωση αιτήσεων, απομνημονευμάτων και διοικητικών πράξεων επιτρέπει να δούμε διαφωνίες, αξιώσεις, αδικίες και όρια της γνώσης μας. Ένας λαός δεν τιμά περισσότερο τους ανθρώπους του όταν τους κάνει αλάνθαστους. Τους τιμά όταν μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια τι πρόσφεραν, τι διεκδίκησαν και πώς αντιμετωπίστηκαν.
Ο παραλληλισμός με το σήμερα χρειάζεται μέτρο. Η Ελλάδα του 19ου αιώνα δεν είχε τους ίδιους θεσμούς, την ίδια οικονομία ή τα ίδια εργαλεία κοινωνικής προστασίας. Δεν μπορούμε να εξισώσουμε κάθε σύγχρονη καθυστέρηση αποζημίωσης με τη ζωή του Νικηταρά. Μπορούμε όμως να κρατήσουμε ένα ελέγξιμο κριτήριο από τα έγγραφα: η δημόσια αναγνώριση δεν υποκαθιστά την εκπλήρωση μιας αποδεδειγμένης υποχρέωσης. Αν μια παροχή οφείλεται, χρειάζονται καθαροί κανόνες, αιτιολογημένη απόφαση και εφαρμογή. Αν δεν οφείλεται, χρειάζεται συγκεκριμένη εξήγηση, όχι αδιαφορία απέναντι στον άνθρωπο που τη ζητά.
Η ανδρεία του Νικηταρά βρίσκεται στην πραγματική έκθεση στον κίνδυνο και στη συμβολή του σε νίκες που δεν ήταν ατομικές. Η αξιοπρέπειά του φωτίζεται από την προσπάθεια να δημιουργήσει βιοπορισμό και να διεκδικήσει θεσμικά όσα θεωρούσε δίκαια. Και η τραγικότητα της διαδρομής του φαίνεται στο ότι η δόξα δεν αρκούσε για να λύσει τα προβλήματα της ελεύθερης ζωής. Ποια τιμή του αξίζει περισσότερο: άλλη μία βέβαιη επανάληψη ενός ατεκμηρίωτου θρύλου ή η προσεκτική γνώση της προσφοράς του και η απαίτηση να έχουν οι δημόσιες υποχρεώσεις πραγματικό αντίκρισμα; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






