Μαντείο των Δελφών: το ρήγμα κάτω από τη φωνή της Πυθίας
Μια ακανόνιστη ευωδία, ένα υπόγειο ίχνος και μια διαμάχη για το αιθυλένιο. Η αναζήτηση κάτω από τον ναό δεν τελείωσε με την πρώτη ανίχνευση αερίων.

Μαντείο των Δελφών: το πιο παράξενο ίχνος δεν είναι ένας χρησμός, αλλά μια μυρωδιά. Στο «Περὶ τῶν ἐκλελοιπότων χρηστηρίων», ο Πλούταρχος περιγράφει, μέσα από τον διάλογό του, μια ευωδία που έφθανε κάποιες φορές στον χώρο αναμονής των επισκεπτών, σαν να ερχόταν από το άδυτο. Δεν εμφανιζόταν σταθερά. Αυτό το ακανόνιστο, αόρατο σημάδι θα γινόταν αιώνες αργότερα μέρος μιας επιστημονικής αντιπαράθεσης.
Η αναζήτηση πέρασε κάτω από τις πέτρες του ναού του Απόλλωνα, μέσα από ρήγματα, πηγές και αναλύσεις αερίων. Κάπου εκεί γεννήθηκε η δελεαστική εξήγηση ότι η φωνή της Πυθίας άλλαζε επειδή εισέπνεε αιθυλένιο. Η ανατροπή βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα σε δύο πράγματα που μοιάζουν να λένε το ίδιο: βρέθηκαν αέρια στην περιοχή· αποδείχθηκε τι ανέπνεε μια γυναίκα στο άδυτο;
Μαντείο των Δελφών: οι κατσίκες ανήκουν στην ιστορία της ιστορίας
Για να ακολουθήσουμε το υπόγειο ίχνος, πρέπει πρώτα να ανοίξουμε τα αρχαία κείμενα. Στο βιβλίο 16, κεφάλαιο 26, ο Διόδωρος Σικελιώτης παραδίδει μια ιστορία που παρουσιάζει ως παλαιά παράδοση: κατσίκες πλησίαζαν ένα χάσμα, πηδούσαν αλλόκοτα και έβγαζαν διαφορετικούς ήχους. Ο βοσκός τους πλησίασε και εκείνος και άρχισε, σύμφωνα με την αφήγηση, να προλέγει.
Η ίδια παράδοση εξηγεί γιατί τοποθετήθηκε μια γυναίκα πάνω σε τρίποδα: για να περιοριστεί ο κίνδυνος όσων πλησίαζαν το χάσμα. Είναι ένα εντοπισμένο αρχαίο αφήγημα για την καταγωγή του μαντείου, όχι καταγραφή πειράματος και όχι αυτόπτη έκθεση από την υποτιθέμενη ανακάλυψή του. Η ύπαρξη του κειμένου αποδεικνύει ότι κυκλοφορούσε αυτή η εξήγηση· δεν αποδεικνύει ότι οι κατσίκες οδήγησαν πράγματι στην ίδρυση του ιερού.
Ο Στράβων, στη «Γεωγραφία» 9.3.5, μεταφέρει διαφορετικά το ίδιο υπόγειο μοτίβο. Γράφει ότι λέγεται πως η έδρα του μαντείου ήταν ένα βαθύ κοίλωμα με στενό άνοιγμα, από όπου ανέβαινε πνοή που προκαλούσε θεϊκό ενθουσιασμό. Πάνω από το άνοιγμα βρισκόταν τρίποδας. Προσθέτει ότι οι χρησμοί δίνονταν σε έμμετρο ή πεζό λόγο και ότι ποιητές του ναού μετέτρεπαν και πεζές απαντήσεις σε στίχους.
Αυτές οι λέξεις διασώζουν την αρχαία αντίληψη της διαδικασίας. Δεν μας παραδίδουν τομή του κτιρίου, σύσταση αερίου ή μέτρηση συγκέντρωσης. Μας δίνουν όμως ένα ερώτημα που μπορούσε πλέον να ελεγχθεί στο έδαφος: υπήρχε γεωλογικός δρόμος για αναθυμιάσεις κάτω από τον ναό;
Το 2001 η έρευνα κατέβηκε στα πετρώματα
Στη μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2001 στο Geology, οι Jelle Zeilinga de Boer, John R. Hale και Jeffrey Chanton παρουσίασαν γεωλογική και γεωχημική έρευνα που είχε αρχίσει το 1995. Χαρτογράφησαν νεότερες διαρρήξεις και συνέδεσαν τον χώρο του μαντείου με τη διασταύρωση των ρηγμάτων Δελφών και Κέρνας. Στους υποκείμενους ασβεστόλιθους αναζήτησαν την πηγή ελαφρών υδρογονανθράκων.
Το εύρημα άλλαζε τη συζήτηση. Η απουσία ενός θεαματικού ανοιχτού χάσματος από την ανασκαφική εικόνα δεν αρκούσε πια για να αποκλειστεί κάθε υπόγεια διαδρομή αερίων. Μια στενή ρωγμή, το νερό και ένα δίκτυο καταγμάτων θα μπορούσαν να μεταφέρουν ουσίες χωρίς να σχηματίζουν το στόμιο που φαντάζεται ο αναγνώστης του θρύλου.
Το 2002 ο τοξικολόγος Henry A. Spiller, μαζί με τους Hale και de Boer, ανέπτυξε στο Clinical Toxicology την υπόθεση της επίδρασης του αιθυλενίου. Συνέκριναν όσα αποδίδουν στην Πυθία οι αρχαίες περιγραφές με τις γνωστές επιδράσεις ενός αερίου που είχε χρησιμοποιηθεί ως αναισθητικό. Πρότειναν ότι μια φυσική εκπομπή μπορούσε να εξηγεί την κατάσταση της ιέρειας.
Ήταν μια πρόταση με αξιοσημείωτη αφηγηματική δύναμη: ένα πραγματικό γεωλογικό τοπίο φαινόταν να αγγίζει μια πανάρχαια θρησκευτική εμπειρία. Για να γίνει όμως αιτιώδης εξήγηση, χρειαζόταν κάτι περισσότερο από την παρουσία μιας χημικής ουσίας κοντά στον ναό.
Τα αέρια επιβεβαιώθηκαν· το αιθυλένιο αμφισβητήθηκε
Το 2006 οι Giuseppe Etiope, Γιώργος Παπαθεοδώρου και συνεργάτες τους δημοσίευσαν νέα έρευνα στο Geology. Μέτρησαν εκπομπές από το έδαφος, αέρια στο υπόγειο νερό και ισοτοπικά χαρακτηριστικά αποθέσεων πηγών. Επιβεβαίωσαν εκλύσεις στην περιοχή, με μεθάνιο, αιθάνιο και διοξείδιο του άνθρακα. Το γεωλογικό τους μοντέλο, όμως, δεν ευνοούσε την παραγωγή αιθυλενίου στις ποσότητες που θα απαιτούσε η προτεινόμενη νευροτοξική επίδραση.
Αν έπρεπε να αναζητηθεί επίδραση αερίων στην Πυθία, πρότειναν ως εναλλακτική πιθανότητα τη μείωση του οξυγόνου σε εσωτερικό χώρο από εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και μεθανίου. Για την ευχάριστη οσμή συζήτησαν επίσης αρωματικούς υδρογονάνθρακες διαλυμένους στο νερό. Δεν είχαν μετρήσει τον αέρα μιας αρχαίας χρησμοδοσίας· πρότειναν διαφορετικό μηχανισμό για ένα ενδεχόμενο του παρελθόντος.
Η κριτική έγινε ακόμη πιο συγκεκριμένη το 2007. Οι J. Foster και Daryn Lehoux υποστήριξαν στο Clinical Toxicology ότι η ανίχνευση μικρών ποσοτήτων αιθυλενίου σε πηγές δεν τεκμηρίωνε επαρκή έκθεση της ιέρειας. Έλειπαν στοιχεία που να συνδέουν την πηγή, την εκπομπή στον χώρο και τη συγκέντρωση που θα εισέπνεε. Το ότι παλαιότερα οι ποσότητες ίσως ήταν μεγαλύτερες δεν αποτελούσε μετρημένο γεγονός.
Αμφισβήτησαν επίσης τον τρόπο ανάγνωσης των αρχαίων μαρτυριών. Η εικόνα μιας Πυθίας μονίμως εκτός ελέγχου δεν μπορεί απλώς να προϋποτεθεί και κατόπιν να αναζητηθεί το αέριο που της ταιριάζει. Η διαφωνία μετακινήθηκε έτσι από το «υπάρχουν αέρια;» στο «ποια ακριβώς ανθρώπινη κατάσταση προσπαθούμε να εξηγήσουμε;»
Το 2008 οι Luigi Piccardi και συνεργάτες τους πρόσθεσαν διαφορετική γεωλογική εκδοχή: στη δική τους έρευνα δεν εντόπισαν επιφανειακές εκλύσεις υδρογονανθράκων ούτε στοιχεία για το προτεινόμενο ρήγμα της Κέρνας. Συνέδεσαν το μυθολογικό χάσμα με ενδεχόμενες παροδικές σεισμικές ρήξεις και εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και υδρόθειου από υπόγειους θυλάκους. Πρόκειται για υπόθεση προέλευσης του γεωλογικού μύθου, όχι απόδειξη ότι η Πυθία εισέπνεε συστηματικά αυτά τα αέρια. Την ίδια χρονιά η ομάδα του Spiller δημοσίευσε απάντηση στους Foster και Lehoux, υπερασπιζόμενη την ερευνητική της προσέγγιση. Η αντιπαράθεση παρέμενε ανοιχτή.
Η απόσταση ανάμεσα στην ανάλυση ενός υλικού και στην εξήγηση μιας ανθρώπινης εμπειρίας εμφανίζεται και στη Σινδόνη του Τορίνο. Το εύρημα χρειάζεται ολόκληρη την αλυσίδα των ενδείξεων για να στηρίξει ένα συμπέρασμα.

Η φωνή που δεν χωρά σε ένα φιαλίδιο
Ο ίδιος ο Πλούταρχος διασώζει μια ανησυχητική εξαίρεση: μια ιέρεια οδηγήθηκε απρόθυμα στη διαδικασία, ενώ τα προκαταρκτικά σημάδια δεν ήταν ευνοϊκά. Η φωνή της ακούστηκε ασυνήθιστη, ακολούθησε βίαιη αναστάτωση και, κατά την αφήγηση, πέθανε λίγες ημέρες αργότερα. Η ιστορία υπάρχει. Η μετατροπή της σε διάγνωση συγκεκριμένης δηλητηρίασης θα απαιτούσε στοιχεία που το κείμενο δεν διαθέτει.
Εκεί βρίσκεται το ανθρώπινο βάρος της έρευνας. Πίσω από την εμβληματική μορφή του τρίποδα υπήρχαν γυναίκες με σώμα, αντοχές και υποχρεώσεις μέσα σε έναν θρησκευτικό θεσμό. Ακόμη και αν κάποτε τεκμηριωνόταν μια χημική επίδραση, θα παρέμενε να εξηγηθεί πώς η τελετουργία, η προσδοκία και η ερμηνεία μετέτρεπαν έναν λόγο σε αυθεντία για εκείνον που ζητούσε απάντηση.
Αντίστοιχα, στην ιστορία του υγρού πυρός, η ύπαρξη πραγματικής τεχνογνωσίας δεν αρκεί για να διαβάσουμε κάθε θρησκευτική αφήγηση ως τεχνική περιγραφή.
Το γεωλογικό ίχνος είναι πραγματικό ερευνητικό κέρδος. Η σύνδεσή του με κάθε χρησμό παραμένει διαφορετικό ερώτημα. Για να ελέγξουμε την επόμενη εντυπωσιακή «λύση», μπορούμε να αναζητήσουμε τρεις διακρίσεις στα ίδια τα τεκμήρια: πού έγινε η μέτρηση, τι ακριβώς μετρήθηκε και ποιο βήμα προς το αρχαίο παρελθόν βασίζεται ακόμη σε υπόθεση.
Οι πέτρες δεν έδωσαν πίσω τη φωνή της Πυθίας. Έδωσαν έναν τρόπο να εξετάζουμε καλύτερα όσους ισχυρίζονται ότι την εξήγησαν. Ποιο εύρημα θα ένωνε πραγματικά το ρήγμα, τον αέρα του αδύτου και την εμπειρία της ιέρειας, χωρίς να καλύπτει με βεβαιότητα τα κενά ανάμεσά τους;
Τα δικά σας συμπεράσματα.






