Ενδοοικογενειακή βία στην Ελλάδα: 100 έως 120 καταγγελίες την ημέρα και η σιωπή πίσω από την πόρτα
Οι καταγγελίες αυξήθηκαν και τα εργαλεία προστασίας πολλαπλασιάστηκαν. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι πόσα κουμπιά μοιράστηκαν. Είναι πόσοι άνθρωποι έφτασαν ζωντανοί σε ασφαλές σπίτι και πόσοι δράστες λογοδότησαν εγκαίρως.

Ενδοοικογενειακή βία Ελλάδα 2026: Κάθε ημέρα στην Ελλάδα γίνονται περίπου 100 έως 120 καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία και 50 έως 60 συλλήψεις. Δεν είναι ένας ακόμη ψυχρός δείκτης εγκληματικότητας. Είναι δεκάδες πόρτες πίσω από τις οποίες ένας άνθρωπος μετρά τον ήχο των βημάτων, κρύβει το κινητό, προστατεύει ένα παιδί και προσπαθεί να αποφασίσει αν η καταγγελία θα τον σώσει ή θα τον αφήσει πιο εκτεθειμένο. Η σιωπή δεν είναι συναίνεση και η αύξηση των καταγγελιών δεν αποδεικνύει από μόνη της ούτε ότι η βία ξέφυγε ξαφνικά ούτε ότι το κράτος την νίκησε. Μπορεί να σημαίνει ότι περισσότερα θύματα βρίσκουν φωνή, ότι οι αρχές καταγράφουν καλύτερα, ότι τα περιστατικά είναι περισσότερα ή όλα μαζί. Η εξουσία δεν δικαιούται να επιλέξει τη βολική ερμηνεία. Οφείλει να δείξει πόσο γρήγορα προστατεύει, πόσες υποθέσεις τελεσιδικούν, πόσοι δράστες επαναλαμβάνουν τη βία και πόσες οικογένειες βρίσκουν πραγματική έξοδο.
Ενδοοικογενειακή βία Ελλάδα 2026: Οι αριθμοί που δεν χωρούν σε μια κυβερνητική παρουσίαση
Στις 25 Απριλίου 2026 ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης δήλωσε ότι η αστυνομία δέχεται καθημερινά περίπου 100 έως 120 καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας και προχωρά σε 50 έως 60 συλλήψεις. Ανέφερε επίσης περίπου 19.500 υποθέσεις τον χρόνο που φτάνουν στα δικαστήρια και περισσότερους από 12.000 κατηγορούμενους δράστες. Οι αριθμοί είναι αρκετά μεγάλοι ώστε να μη χωρούν σε έναν πανηγυρισμό για την αύξηση της αστυνομικής ανταπόκρισης.
Μια καταγγελία δεν ισοδυναμεί με τελεσίδικη καταδίκη και μια σύλληψη δεν αποδεικνύει από μόνη της ενοχή. Αντίστοιχα, όσα δεν καταγγέλλονται δεν παύουν να υπάρχουν. Τα διοικητικά στοιχεία περιγράφουν την επαφή με τις αρχές, όχι το πλήρες μέγεθος της βίας. Για να καταλάβουμε το σκοτάδι πίσω από τους αριθμούς πρέπει να δούμε και τις έρευνες θυματοποίησης.
Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων αναφέρει ότι το 25% των γυναικών στην Ελλάδα έχει βιώσει στην ενήλικη ζωή σωματική βία, απειλές ή σεξουαλική βία από δράστη μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Για τη βία από σύντροφο, μόνο το 14% των θυμάτων αναφέρει το περιστατικό στην αστυνομία. Οι ορισμοί και οι περίοδοι αναφοράς χρειάζονται προσοχή, αλλά το μήνυμα είναι σαφές: ο επίσημος φάκελος βλέπει μόνο ένα μέρος του πραγματικού πόνου.
Δεν αρκεί να μετράμε πόσοι χτύπησαν την πόρτα της αστυνομίας. Πρέπει να μετράμε πόσοι βγήκαν από τον κίνδυνο.
Τι δείχνουν οι γυναίκες που ζήτησαν βοήθεια το 2025
Η έκτη ετήσια έκθεση της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταγράφει ότι μέσα στο 2025 υποστηρίχθηκαν 4.420 γυναίκες επιζώσες στα 45 συμβουλευτικά κέντρα του δικτύου, ενώ 335 τρίτα πρόσωπα ζήτησαν ενημέρωση. Από τις γυναίκες που προσήλθαν, το 89% απευθύνθηκε στις δομές για έμφυλη βία και, στις αναφορές όπου καταγράφηκε είδος βίας, το 79,8% αφορούσε ενδοοικογενειακή βία.
Οι δομές προσφέρουν ψυχοκοινωνική και νομική στήριξη, παραπομπές και πρόσβαση σε ξενώνες. Η ύπαρξή τους είναι ουσιαστική. Ο αριθμός των ανθρώπων που έφτασαν σε αυτές, όμως, δεν μας λέει πόσοι δεν γνώριζαν ότι υπάρχουν, πόσοι ζουν μακριά, πόσοι δεν μπορούσαν να αφήσουν εργασία ή παιδιά και πόσοι γύρισαν στο ίδιο σπίτι επειδή δεν είχαν ανεξάρτητο εισόδημα.
Η οικονομική εξάρτηση δεν είναι δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Όταν η έξοδος σημαίνει ανεργία, αδυναμία πληρωμής ενοικίου ή κίνδυνο απώλειας της καθημερινής φροντίδας των παιδιών, η βία αποκτά οικονομικά δεσμά. Η προστασία χρειάζεται αστυνομία και δικαιοσύνη, αλλά χρειάζεται επίσης σπίτι, εργασία, φύλαξη παιδιών και σταθερή συνοδεία μετά την πρώτη καταγγελία.
Γιατί ένα θύμα μπορεί να μη φύγει όταν όλοι του λένε να φύγει
Η ερώτηση «γιατί δεν έφυγε;» μεταφέρει το βάρος από τον δράστη στο θύμα. Η πραγματικότητα μπορεί να περιλαμβάνει φόβο κλιμάκωσης, απειλές για παιδιά ή συγγενείς, οικονομικό έλεγχο, απομόνωση, ντροπή, ενοχές, αναπηρία, αβέβαιο καθεστώς διαμονής και προηγούμενες αποτυχημένες προσπάθειες διαφυγής. Η αναχώρηση δεν είναι πάντα το τέλος του κινδύνου. Συχνά είναι η στιγμή που χρειάζεται η πιο οργανωμένη προστασία.
Η βία επίσης δεν αρχίζει πάντα με ένα χτύπημα. Μπορεί να ξεκινήσει με έλεγχο τηλεφώνου και χρημάτων, ταπείνωση, απειλές, παρακολούθηση, σεξουαλικό εξαναγκασμό ή συστηματική αποκοπή από φίλους και οικογένεια. Όταν η κοινωνία αναγνωρίζει μόνο τη μελανιά, αφήνει τον μηχανισμό της κακοποίησης να χτίζεται για χρόνια.
Τα παιδιά που βλέπουν ή ακούν τη βία δεν είναι ουδέτεροι μάρτυρες. Μεγαλώνουν σε περιβάλλον διαρκούς συναγερμού και χρειάζονται εξειδικευμένη φροντίδα, όχι απλώς απομάκρυνση από τη σκηνή. Η οικογένεια δεν προστατεύεται όταν υποχρεώνεται να διατηρεί την εικόνα της. Προστατεύεται όταν ο αδύναμος μπορεί να μιλήσει χωρίς να τιμωρηθεί γι' αυτό.
Panic Button: χρήσιμο εργαλείο, όχι απόδειξη ότι το σύστημα ολοκληρώθηκε
Τον Ιούνιο του 2026 ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη δήλωσε ότι είχαν χορηγηθεί περισσότερα από 25.000 Panic Buttons. Η εφαρμογή μπορεί να ειδοποιήσει σιωπηλά την αστυνομία όταν ο χρήστης βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο και αποτελεί πραγματικό εργαλείο προστασίας. Κανένα κουμπί, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ταχύτητα επέμβασης, την εκτίμηση κινδύνου, τη δικαστική συνέχεια και την ασφαλή στέγαση.
Το κράτος πρέπει να δημοσιεύει με προστασία προσωπικών δεδομένων πόσες ενεργοποιήσεις έγιναν, ποιος ήταν ο μέσος χρόνος ανταπόκρισης, πόσες οδήγησαν σε επέμβαση, πόσες παραβιάσεις περιοριστικών όρων καταγράφηκαν και ποια ήταν η πορεία των υποθέσεων. Ο αριθμός των εφαρμογών που εγκαταστάθηκαν μετρά διανομή. Δεν μετρά από μόνος του ασφάλεια.
Χρειάζεται ακόμη ενιαία παρακολούθηση της υπόθεσης, ώστε το θύμα να μην επαναλαμβάνει την ίδια τραυματική αφήγηση σε κάθε υπηρεσία. Αστυνομία, εισαγγελία, δικαστήριο, συμβουλευτικό κέντρο, ξενώνας και κοινωνική υπηρεσία δεν μπορούν να λειτουργούν σαν ξεχωριστά δωμάτια ενός κτιρίου χωρίς διάδρομο.
Αν κινδυνεύετε τώρα, η επόμενη κίνηση πρέπει να είναι καθαρή
Σε άμεσο κίνδυνο καλέστε το 100. Αν δεν μπορείτε να μιλήσετε, η Ελληνική Αστυνομία αναφέρει ότι μπορείτε να στείλετε δωρεάν SMS στο 100, γράφοντας την ακριβή διεύθυνση, το ονοματεπώνυμο και το είδος της επείγουσας ανάγκης. Αν μπορείτε να φύγετε με ασφάλεια, κινηθείτε προς σημείο με άλλους ανθρώπους και μην ενημερώσετε τον δράστη για σχέδιο που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο.
Η πανελλαδική Γραμμή SOS 15900 λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο για γυναίκες που βιώνουν βία. Υπάρχει επίσης το email sos15900@isotita.gr και το δίκτυο συμβουλευτικών κέντρων και ξενώνων. Ένα συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο μπορεί να ζητήσει καθοδήγηση χωρίς να αναλάβει μόνο του μια επικίνδυνη αντιπαράθεση.
Κρατήστε, μόνο εφόσον είναι ασφαλές, έγγραφα, φάρμακα, κλειδιά, βασικά τηλέφωνα και αποδεικτικά απειλών σε σημείο που δεν ελέγχει ο δράστης. Η ασφάλεια προηγείται της συλλογής αποδείξεων. Καμία δημοσιογραφική συμβουλή δεν αντικαθιστά την αξιολόγηση των αρμόδιων υπηρεσιών σε μια συγκεκριμένη επείγουσα κατάσταση.

Η λογοδοσία αρχίζει μετά την πρώτη επέμβαση
Μια σοβαρή εθνική πολιτική χρειάζεται γρήγορα ειδικά δικαστικά μονοπάτια χωρίς εκπτώσεις στα δικαιώματα, επαρκείς ιατροδικαστικές υπηρεσίες, προγράμματα διαχείρισης δραστών, προστασία των παιδιών, περισσότερες κατοικίες μετάβασης και οικονομική επανεκκίνηση των θυμάτων. Χρειάζεται επίσης εκπαίδευση στα σχολεία για συναίνεση, όρια και αναγνώριση ελεγκτικής συμπεριφοράς πριν αυτή γίνει καθεστώς.
Η πολιτεία οφείλει να ενώνει τα δεδομένα χωρίς να εκθέτει τα πρόσωπα: καταγγελία, σύλληψη, μέτρα προστασίας, δικαστική έκβαση, υποτροπή και πρόσβαση σε στέγαση. Χωρίς αυτή την αλυσίδα, κάθε φορέας μπορεί να ανακοινώνει τη δική του δραστηριότητα και κανείς να μην απαντά για το τελικό αποτέλεσμα.
Το σπίτι δεν είναι ιερό όταν μετατρέπεται σε κρυφό τόπο τρόμου. Ιερή είναι η ζωή μέσα του. Θα αρκεστούμε να μετράμε καταγγελίες ή θα απαιτήσουμε ένα σύστημα που μετρά την ασφάλεια, την ελευθερία και την επιστροφή του ανθρώπου στη ζωή; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






