Λινό βιβλίο του Ζάγκρεμπ: το ετρουσκικό κείμενο που τύλιξε μια μούμια
Από τη συλλογή του Μπάριτς στην αναγνώριση των ετρουσκικών και στις νέες μετρήσεις των υφασμάτων. Οι λωρίδες διασώζουν ένα τελετουργικό, αλλά δεν αποκαλύπτουν ολόκληρη τη διαδρομή τους.

Λινό βιβλίο του Ζάγκρεμπ ονομάζεται ένα χειρόγραφο που έφθασε ως εμάς κομμένο σε λωρίδες: το ύφασμά του είχε χρησιμοποιηθεί για να τυλιχθεί μια μούμια στην Αίγυπτο. Πάνω του, όμως, δεν ήταν γραμμένο ένα αιγυπτιακό νεκρικό κείμενο. Ήταν ετρουσκικά. Η συνάντηση ενός ανθρώπινου σώματος με τη γραφή της αρχαίας Ιταλίας άφησε ένα ερώτημα που καμία ανασύνθεση των λωρίδων δεν έκλεισε: ποιον δρόμο ακολούθησε αυτό το βιβλίο;
Μια δημοσιευμένη έρευνα του 2023 μετακίνησε την αναζήτηση ακόμη χαμηλότερα, από τις λέξεις στις ίνες. Η περίληψή της αναφέρει ότι παλαιότερα χρονολογημένα δείγματα ίσως δεν προέρχονταν από το ίδιο το βιβλίο. Έτσι, πριν αναζητήσουμε τον άνθρωπο που το μετέφερε στην Αίγυπτο, πρέπει να ελέγξουμε τι ακριβώς είχε μετρηθεί.
Λινό βιβλίο του Ζάγκρεμπ: από την αγορά αρχαιοτήτων στο μουσείο
Η νεότερη διαδρομή του περνά από τον Μίχαελ Μπάριτς, συλλέκτη που ζούσε στη Βιέννη. Αγόρασε τη μούμια και τους επιδέσμους της στην Αίγυπτο τη δεκαετία του 1840. Οι επιμέρους δημοσιεύσεις δεν συμφωνούν στο ακριβές έτος αγοράς. Το μουσείο, αντίθετα, δίνει συγκεκριμένη ημερομηνία για την άφιξή τους στο Εθνικό Μουσείο του Ζάγκρεμπ: 5 Αυγούστου 1862.
Ο Μπάριτς είχε πεθάνει το 1859. Η συλλογή πέρασε στο μουσείο με δωρεά μετά τον θάνατό του. Αυτή η αλυσίδα μάς οδηγεί από μια ιδιωτική συλλογή σε δημόσια φύλαξη, όχι πίσω στον αρχαίο τάφο. Δεν αποκαθιστά από μόνη της την προέλευση κάθε αντικειμένου που ταξίδεψε μαζί με τη μούμια.
Το όνομα της νεκρής αποτελεί χαρακτηριστική παγίδα. Μαζί της έφθασε ένας πάπυρος της Βίβλου των Νεκρών που κατονομάζει ένα ζευγάρι. Το μουσείο δηλώνει ότι δεν επιβεβαιώνεται πως ανήκε στη συγκεκριμένη μούμια. Ο αιγυπτιολόγος Ίγκορ Ούρανιτς επισημαίνει επιπλέον ότι γλωσσικά στοιχεία τοποθετούν τον πάπυρο τουλάχιστον έναν αιώνα αργότερα από εκείνη. Ένα συνοδευτικό αντικείμενο δεν είναι ασφαλής ταυτότητα.
Το αποφασιστικό γλωσσικό βήμα αποδίδεται στον Γιάκομπ Κραλ: αναγνώρισε τα ετρουσκικά το 1891, σύμφωνα με την επιστημονική βιβλιογραφία. Η μελέτη του για τους επιδέσμους εκδόθηκε το 1892. Η γραφή είχε πλέον αποκτήσει όνομα· το ταξίδι του υφάσματος εξακολουθούσε να λείπει. Το λινό συντηρήθηκε το 1985 στο Ίδρυμα Abegg της Ελβετίας. Η φροντίδα του διατηρεί το υλικό πάνω στο οποίο μπορούν να ελεγχθούν οι επόμενες ερμηνείες.
Τα γράμματα διαβάζονται, το τελετουργικό δεν παραδίδεται ολόκληρο
Η έκταση του αντικειμένου ανατρέπει την εικόνα ενός μικρού φυλαχτού. Το αρχικό ύφασμα υπολογίζεται περίπου στα 3,40 μέτρα μήκος, με δώδεκα στήλες κειμένου. Η παρουσίαση της μελέτης του Λάμερτ Μπάουκε φαν ντερ Μέερ από τον εκδότη Peeters αναφέρει ότι έχει σωθεί περίπου το 60% του αρχικού κειμένου. Η καταστροφή και η διατήρηση συνυπάρχουν πάνω στο ίδιο αντικείμενο.
Δεν έχουμε μπροστά μας μια γραφή εντελώς αδιάβαστη. Η ετρουσκολόγος Τζιν Μακίντος Τέρφα τονίζει ότι η ετρουσκική γλώσσα είναι προσεγγίσιμη επιστημονικά, αλλά οι ολοκληρωμένες, αβίαστες μεταφράσεις μπορούν να δώσουν παραπλανητική εικόνα βεβαιότητας. Αναγνωρίζονται λέξεις, τύποι και επαναλαμβανόμενες διατυπώσεις· η κατανόηση ενός ολόκληρου τελετουργικού παραμένει δυσκολότερη. Στο χειρόγραφο Βόινιτς, η δυσκολία αρχίζει ήδη από την αναγνώριση του συστήματος γραφής· εδώ το εμπόδιο βρίσκεται κυρίως στην ερμηνεία του κειμένου.
Η μαύρη γραφή και οι κόκκινες διαχωριστικές σημάνσεις δείχνουν προσεγμένη οργάνωση. Η Τέρφα συζητεί ακόμη τις επαναλήψεις ως ενδείξεις προφορικής τελετουργικής χρήσης. Αυτή είναι μια ερμηνεία της μορφής του βιβλίου, όχι ηχογράφηση μιας χαμένης λειτουργίας: δεν γνωρίζουμε πώς ακριβώς ακούγονταν όλες οι οδηγίες όταν εφαρμόζονταν.
Το κείμενο εξετάζεται ως τελετουργικό ημερολόγιο: ημερομηνίες, θεότητες, προσφορές και οδηγίες πράξεων. Στην ανάλυση της Βαλεντίνα Μπελφιόρε, όπως την παρουσιάζει ο φαν ντερ Μέερ, δύο ονόματα μηνών αναγνωρίζονται με ασφάλεια, ο Ιούνιος και ο Σεπτέμβριος. Οι στήλες, ωστόσο, δεν αντιστοιχούν απλώς σε έναν μήνα η καθεμία. Το σχήμα θυμίζει πρόγραμμα λατρείας, χωρίς να εξηγεί κάθε πράξη σε έναν σημερινό αναγνώστη.
Η ίδια φιλολογική εργασία διαχωρίζει τα ορατά γράμματα από τις προτεινόμενες αποκαταστάσεις. Αυτή η διαφορά έχει βάρος: μια λέξη που συμπληρώνεται επειδή επαναλαμβάνεται αλλού δεν διασώζεται με τον ίδιο τρόπο όπως μια καθαρή γραμμή μελανιού. Το κείμενο ανασυντίθεται, δεν εμφανίζεται ξαφνικά ολόκληρο.
Μετανάστες με το ιερό τους βιβλίο ή ύφασμα για δεύτερη χρήση;
Η υπόθεση της μετακίνησης ανθρώπων έχει συγκεκριμένη επιστημονική προέλευση. Στο κεφάλαιο του 2017 για τη Βόρεια Αφρική, ο αρχαιολόγος Αλεσάντρο Νάσο συνδέει ως ενδεχόμενο την παρουσία του βιβλίου με Ετρούσκους που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους υπό τη ρωμαϊκή πίεση. Συζητεί ακόμη πιθανή μεταφορά μετά τον Περουσινό πόλεμο, το 41 έως 40 π.Χ. Πρόκειται για προτεινόμενη ιστορική εξήγηση, όχι για καταγεγραμμένο δρομολόγιο.
Ο Νάσο εντάσσει το πρόβλημα σε έναν ευρύτερο χάρτη ετρουσκικών αντικειμένων και επαφών στη Βόρεια Αφρική. Ο χάρτης καθιστά τη μετακίνηση λιγότερο εξωτική· δεν μας δίνει τον κάτοχο του συγκεκριμένου χειρογράφου. Καμία κατονομασμένη οικογένεια δεν μπορεί να τοποθετηθεί μέσα στην ιστορία του χωρίς πρόσθετο τεκμήριο.
Η εξήγηση της επαναχρησιμοποίησης ξεκινά από κάτι πιο απτό: τις κοπές. Ο Ούρανιτς παρατηρεί ότι οι λωρίδες κόπηκαν χωρίς σεβασμό στις γραμμές του κειμένου και ερμηνεύει την τελευταία αυτή χρήση ως αντιμετώπιση του βιβλίου κυρίως ως υλικού περιτυλίγματος. Η παρατήρηση φωτίζει το τέλος μιας χρήσης, όχι ολόκληρο το προηγούμενο ταξίδι. Ένα βιβλίο μπορούσε να μεταφερθεί ως πολύτιμο κείμενο και αργότερα να αξιοποιηθεί ως ύφασμα· οι δύο δυνατότητες δεν αλληλοαναιρούνται. Οι πάπυροι του Ερκολάνο δείχνουν μια διαφορετική διαδρομή επιβίωσης: εκεί το πρόβλημα είναι να διαβαστεί το κείμενο χωρίς να καταστραφεί ο φορέας του.

Το εργαστήριο ξαναρωτά: από ποιο κομμάτι προήλθε το δείγμα;
Το 1989, οι Ρούπερτ Χάουσλι, Ντούσαν Σρντοτς και Νάντα Χορβατίντσιτς δημοσίευσαν χρονολογήσεις του βιβλίου και συναφών υλικών. Έδωσαν ως πιθανότερο εύρος για το αποδιδόμενο στο βιβλίο λινό το 360 έως 210 π.Χ. Η ίδια εργασία, όμως, κατέγραφε υφάσματα διαφορετικών ηλικιών και δυσκολίες στα υλικά ταρίχευσης. Το σύνολο δεν ήταν ένα ενιαίο χρονόμετρο.
Στη δημοσίευση του 2023, η Μαργκαρίτα Γκλέμπα και οι συνεργάτες της αναφέρουν ότι έξι άλλα υφάσματα έδωσαν χρονολογήσεις με διασπορά μεγαλύτερη από χίλια χρόνια. Εξετάζουν δύο δυνατότητες: αρχαία ανακύκλωση ή ανάμειξη υλικών από τον έμπορο του 19ου αιώνα. Καμία δεν παρουσιάζεται ως αποδεδειγμένη. Η νέα μέτρηση του βιβλίου δημιουργεί και την υποψία λανθασμένης σύνδεσης παλαιότερων δειγμάτων με αυτό.
Η δημόσια περίληψη δεν δίνει τη νέα ακριβή χρονολόγηση ούτε επιλέγει οριστικά εξήγηση. Το επόμενο βήμα απαιτεί να συνδεθούν με διαφάνεια το συγκεκριμένο δείγμα, η θέση του στο ύφασμα και η μέτρησή του. Ακόμη και μια ασφαλής ηλικία του λιναριού δεν είναι αυτομάτως ημερομηνία γραφής ή περιτύλιξης. Χρειάζεται συνεπώς ιστορία του δείγματος μαζί με την ιστορία του αντικειμένου. Αν η σύνδεση χαθεί, ένας ακριβής εργαστηριακός αριθμός μπορεί να απαντά σε διαφορετικό ερώτημα από εκείνο που του θέσαμε.
Ποιο τεκμηριωμένο δείγμα θα μπορέσει να συνδέσει ξανά το ετρουσκικό βιβλίο, τις υπόλοιπες λωρίδες και το σώμα που ταξίδεψε ως το Ζάγκρεμπ; Τα δικά σας συμπεράσματα.






