Αρχαία για 99 χρόνια; Τι δεν πωλείται, τι δανείζεται και ποιος αποφασίζει
Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι εμπόρευμα. Αυτό δεν μας επιτρέπει, όμως, να βαφτίζουμε κάθε θεσμική αλλαγή “πώληση”. Τα 99 χρόνια αφορούν τη διάρκεια του Υπερταμείου, οι αρχαιότητες του Δημοσίου παραμένουν εκτός συναλλαγής και τα πέντε μεγάλα μουσεία είναι ΝΠΔΔ. Το πραγματικό ζήτημα είναι ποιος αποφασίζει, για πόσο και με πόση διαφάνεια.

Αρχαία 99 χρόνια: Η ιστορία δεν ανήκει σε μια κυβέρνηση, σε ένα διοικητικό συμβούλιο ή σε μια γενιά. Παραδίδεται από τους προηγούμενους και οφείλουμε να τη διασώσουμε για τους επόμενους. Γι’ αυτό οι αποφάσεις για μουσεία, συλλογές και μακρόχρονες μετακινήσεις δεν μπορεί να κρύβονται πίσω από τεχνικές λέξεις. Αλλά η υπεράσπιση της κληρονομιάς χάνει τη δύναμή της όταν στηρίζεται σε κάτι που δεν λέει ο νόμος. Πρώτα ξεκαθαρίζουμε τα γεγονότα· ύστερα απαιτούμε λογοδοσία εκεί όπου πράγματι χρειάζεται.
Αρχαία 99 χρόνια: Τα 99 χρόνια δεν είναι δανεισμός αρχαιοτήτων
Ο αριθμός 99 προέρχεται από τον νόμο 4389/2016: τόση ορίστηκε η διάρκεια της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας, του σημερινού Υπερταμείου. Δεν είναι γενική άδεια δανεισμού αγαλμάτων, δεν αποτελεί τίτλο ιδιοκτησίας πάνω σε όλα τα αρχαία και δεν σημαίνει ότι ένα μουσείο μπορεί να παραδώσει μια συλλογή για έναν αιώνα χωρίς άλλη διαδικασία.
Η σύγχυση δεν γεννήθηκε από το πουθενά. Το 2018 η μαζική διαδικασία μεταβίβασης 10.119 ακινήτων του Δημοσίου προς την ΕΤΑΔ προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις, επειδή στους καταλόγους εντοπίστηκαν χώροι πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Η υπόθεση ανέδειξε ένα πραγματικό διοικητικό σκάνδαλο ποιότητας δεδομένων: όταν μεταφέρονται χιλιάδες κωδικοί με αυτοματισμούς, η εξαίρεση των μνημείων πρέπει να έχει ελεγχθεί πριν από την υπογραφή, όχι μετά την κατακραυγή. Αυτό, όμως, παραμένει διαφορετικό από την πώληση αρχαιοτήτων.
Τα 99 χρόνια είναι διάρκεια ενός εταιρικού φορέα. Δεν είναι συμβόλαιο εκχώρησης της Ιστορίας.
Τα κρατικά αρχαία δεν είναι νόμιμο εμπόρευμα πλειστηριασμού
Ο αρχαιολογικός νόμος 4858/2021 ορίζει ότι τα αρχαία ακίνητα μνημεία έως και το 1453 ανήκουν στο Δημόσιο, είναι πράγματα εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτα χρησικτησίας. Για τα αντικείμενα των συλλογών των μουσείων, το άρθρο 45 προβλέπει ότι δεν υπόκεινται σε κατάσχεση. Η μεταβίβαση κυριότητας αντικειμένων από τις συλλογές μουσείων του Υπουργείου δεν επιτρέπεται, με στενή εξαίρεση για πολιτιστικά αγαθά που δεν αποτελούν μνημεία.
Άρα ο ισχυρισμός ότι “βγάζουμε τα αρχαία μας σε πλειστηριασμό” δεν τεκμηριώνεται από το ισχύον πλαίσιο. Αν εμφανιστεί συγκεκριμένη απόφαση, σύμβαση ή κατάλογος που παραβιάζει αυτές τις απαγορεύσεις, τότε χρειάζεται άμεσος δικαστικός και κοινοβουλευτικός έλεγχος. Χωρίς τέτοιο τεκμήριο, ο σωστός τίτλος δεν είναι πώληση αλλά αγωνία για τις δικλίδες που εμποδίζουν την αυθαιρεσία.
Δανεισμός υπάρχει και η διάρκεια απαιτεί καθαρούς κανόνες
Για τα κρατικά μουσεία ο δανεισμός επιτρέπεται για ορισμένο χρόνο έως πέντε έτη και μπορεί να ανανεώνεται με την ίδια διαδικασία. Ξεχωριστή ρύθμιση του νόμου 4761/2020 επιτρέπει σε αναγνωρισμένα μουσεία που δεν είναι μουσεία του Υπουργείου μακρόχρονη εξαγωγή αντικειμένων έως 25 έτη, με ανανεώσεις ανά πενταετία έως άλλα 25. Η κρίσιμη λεπτομέρεια είναι ότι το ανώτατο σχήμα των 50 ετών δεν διατυπώθηκε για τις συλλογές των κρατικών μουσείων της παραγράφου 2.
Ο δανεισμός δεν μεταβιβάζει κυριότητα και μπορεί να υπηρετήσει την έρευνα και τη διεθνή προβολή. Ένα αντικείμενο, όμως, που λείπει για δεκαετίες στερείται από το κοινό και αποκόπτεται από το ιστορικό του σύνολο. Κάθε συμφωνία πρέπει να δημοσιεύει το αντικείμενο, τη διάρκεια, τις ανανεώσεις, την επιστημονική αιτιολόγηση και την απόφαση του αρμόδιου συμβουλίου. Μόνο οι λεπτομέρειες που θα έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλεια δικαιολογείται να εξαιρούνται.
Τα πέντε μουσεία παραμένουν δημόσια. Ο έλεγχος δεν πρέπει να χαλαρώσει
Ο νόμος 5021/2023 μετέτρεψε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο και το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Δεν έγιναν ιδιωτικές εταιρείες. Οι αρχαιότητες που φιλοξενούν παραμένουν ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και εκτός συναλλαγής.
Η αλλαγή, παρ’ όλα αυτά, είναι πολιτικά σημαντική: τα μουσεία απέκτησαν χωριστή διοίκηση, οικονομική αυτοτέλεια και διορισμένα συμβούλια. Εκεί πρέπει να πέσει ο προβολέας. Χρειάζεται δημόσιο μητρώο δανεισμών, πρακτικά επιστημονικών αποφάσεων, πλήρης λογοδοσία για έσοδα και χορηγίες, εγγυημένη στελέχωση και ρητή απαγόρευση κάθε εμπορικής συμφωνίας που αλλοιώνει την αποστολή τους. Η κληρονομιά προστατεύεται με νόμους που εφαρμόζονται και πολίτες που μπορούν να ελέγχουν. Δεν προστατεύεται με συνθήματα που αφήνουν τις πραγματικές αποφάσεις στο σκοτάδι.
Η εμπορευματοποίηση δεν χρειάζεται να φτάσει σε πλειστηριασμό
Το Σύνταγμα και η αρχαιολογική νομοθεσία προστατεύουν την κυριότητα των μνημείων. Η δημόσια σημασία τους, όμως, μπορεί να αποδυναμωθεί χωρίς να πουληθεί ούτε μία πέτρα. Μακροχρόνιοι δανεισμοί, διοικήσεις με περιορισμένη λογοδοσία, εξάρτηση από χορηγούς, ακριβό εισιτήριο, εμπορική χρήση εικόνων και αποφάσεις χωρίς τοπική συμμετοχή μπορούν να μετατρέψουν την κοινή κληρονομιά σε προϊόν με δημόσιο τίτλο και ιδιωτική λογική.
Γι’ αυτό η συζήτηση για τα ενενήντα εννέα χρόνια πρέπει να είναι ακριβής. Η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων για 99 χρόνια στην ΕΕΣΥΠ δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με δικαίωμα πώλησης αρχαιοτήτων, οι οποίες προστατεύονται από ειδικό καθεστώς. Η κοινωνία δικαιούται, όμως, πλήρη κατάλογο, νομική αιτιολόγηση κάθε εξαίρεσης και αμετάκλητη απόδειξη ότι κανένα μνημείο ή μουσείο δεν χρησιμοποιείται ως εγγύηση, εμπορικό αντάλλαγμα ή σιωπηρή παραχώρηση.
Συμπέρασμα: τα όρια που δεν πρέπει να διαπραγματευθούμε
Κάθε δανεισμός αρχαιότητας χρειάζεται δημοσιευμένη σύμβαση, ασφαλιστική κάλυψη, τεκμηρίωση προέλευσης, όρο επιστροφής, επιστημονική αιτιολόγηση και καθαρή διάρκεια. Οι μεγάλες ή επαναλαμβανόμενες παραχωρήσεις πρέπει να ελέγχονται κοινοβουλευτικά και να μην αδειάζουν τη μόνιμη αφήγηση των ελληνικών μουσείων. Τα έσοδα πρέπει να επιστρέφουν στη συντήρηση, την έρευνα και την πρόσβαση των πολιτών.
Τα μουσεία χρειάζονται επαγγελματική διοίκηση, αλλά δεν είναι επιχειρήσεις ψυχαγωγίας. Η επιτυχία τους δεν μετριέται μόνο σε εισιτήρια και χορηγίες. Μετριέται στην προστασία, στη γνώση, στη δυνατότητα του παιδιού να συναντήσει την ιστορία του και στην ελευθερία του επιστήμονα να μιλήσει χωρίς εμπορική πίεση. Η κληρονομιά δεν ανήκει σε μια κυβέρνηση ούτε σε μια γενιά. Την παραλάβαμε με υποχρέωση επιστροφής προς το μέλλον.
Η αρχαιότητα δεν πωλείται μόνο όταν αλλάζει ιδιοκτήτη. Χάνεται και όταν παύει να λειτουργεί ως κοινή μνήμη.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






