Εκλογές 2027: το ξεπούλημα 27 πωλητηρίων και η σκιά πάνω από τη SingularLogic
Η εμπορική εκμετάλλευση 27 δημόσιων πωλητηρίων παραχωρήθηκε για χρόνια σε ένα επιχειρηματικό σχήμα. Το κράτος οφείλει να εξηγήσει γιατί εξυπηρέτησε αυτή την ιδιωτική επέκταση και ποιο όφελος εξασφάλισε για τον ελληνικό λαό.

Εκλογές 2027 SingularLogic: Στις 14 Αυγούστου 2026 η εμπορική εκμετάλλευση 27 δημόσιων πωλητηρίων σε μνημεία και μουσεία παραχωρήθηκε στην ένωση Space Hellas, Radiant Technologies: μία προσφορά, έξι χρόνια και δυνατότητα άλλων έξι. Η θέση αυτής της παρέμβασης είναι ξεκάθαρη: πρόκειται για ξεπούλημα της δημόσιας εμπορικής εκμετάλλευσης, μια πολιτική επιλογή που εξυπηρετεί την επέκταση ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων πάνω στην αξία που δημιούργησε η Ελλάδα. Για τις εκλογές 2027, η SingularLogic προσθέτει ένα βαρύτερο θεσμικό ζήτημα: η Space Hellas ελέγχει και την εταιρεία της ηλεκτρονικής μετάδοσης αποτελεσμάτων. Η κυβέρνηση οφείλει να λογοδοτήσει για το τίμημα, τη συγκέντρωση των δικαιωμάτων και τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας της ψήφου.
Η Ακρόπολη, η Κνωσός, οι Δελφοί και η Ολυμπία φέρνουν ανθρώπους από όλον τον κόσμο επειδή ανήκουν στην ιστορία και στον πολιτισμό της χώρας. Η συντήρηση, η προστασία και η διεθνής αναγνωρισιμότητά τους δημιουργούν εμπορική αξία μέσα σε δημόσιους χώρους. Αυτή την προνομιακή πρόσβαση έδωσε η κυβέρνηση σε έναν ιδιωτικό όμιλο, με αρχικό συνολικό μίσθωμα 50.600 ευρώ τον μήνα και 2% επί των πωλήσεων προ ΦΠΑ. Ο πολίτης δικαιούται να ζητά εξήγηση για όσα παραχωρήθηκαν· η κυβέρνηση έχει την ευθύνη να αποδείξει γιατί επέλεξε να τα παραχωρήσει.
Η ζημία που καταγγέλλουμε πολιτικά είναι η μακρόχρονη εκχώρηση του δημόσιου ελέγχου της λιανικής εμπορικής δραστηριότητας και της δυνατότητας να επιστρέφει μεγαλύτερο μέρος της αξίας της στην κοινωνία. Το τελικό καθαρό δημοσιονομικό αποτέλεσμα χρειάζεται τον οικονομικό φάκελο που ζητούμε παρακάτω. Αυτή η εκκρεμότητα δεν δικαιώνει την παραχώρηση και δεν μετατρέπει το ιδιωτικό κέρδος σε δημόσιο όφελος. Η κυβερνητική επιλογή κρίνεται σήμερα, επειδή τα δικαιώματα δεσμεύτηκαν ήδη για χρόνια.
Εκλογές 2027 SingularLogic: Το ξεπούλημα της εμπορικής εκμετάλλευσης: τα 27 σημεία και το τίμημα
Η διακήρυξη του ΟΔΑΠ αφορά τη λειτουργία πωλητηρίων με πολιτιστικά προϊόντα, αντίγραφα, εκδόσεις και αναμνηστικά. Η κυριότητα των μνημείων και οι εισπράξεις εισόδου παραμένουν χωριστές από αυτή τη μίσθωση. Εκχωρείται όμως το δικαίωμα εμπορικής λειτουργίας μέσα σε δημόσιους πολιτιστικούς προορισμούς. Το ξεπούλημα δημόσιας οικονομικής δυνατότητας δεν προϋποθέτει να αλλάξει ιδιοκτήτη ο Παρθενώνας. Αρκεί να μεταφερθεί για χρόνια η εκμετάλλευση μιας δραστηριότητας που στηρίζεται πάνω στη δημόσια περιουσία.
Η Ακρόπολη, η Κνωσός, οι Δελφοί και η Ολυμπία δεν είναι συνηθισμένες εμπορικές διευθύνσεις. Η ιστορική τους αξία, η διεθνής αναγνωρισιμότητα και η δημόσια φροντίδα των μνημείων δημιουργούν την πελατεία των καταστημάτων. Ο ιδιώτης αποκτά πρόσβαση σε αυτό το πλεονέκτημα. Η αποτίμηση οφείλει να εξετάζει το δικαίωμα λειτουργίας μέσα σε έναν τέτοιο προορισμό και την προοπτική των πωλήσεων, πέρα από τα τετραγωνικά του καταστήματος.
Το αρχικό συνολικό μηνιαίο μίσθωμα των 50.600 ευρώ και η μοναδική προσφορά καταγράφονται στην κοινοβουλευτική παρέμβαση της Νάγιας Γρηγοράκου, στις 14 Σεπτεμβρίου 2026. Η τιμή εκκίνησης ήταν 46.030 ευρώ. Η αύξηση ήταν 4.570 ευρώ τον μήνα, περίπου 9,93%. Ένα δίκτυο με τόσο ισχυρά ονόματα κατέληξε σε έναν διεκδικητή και σε τίμημα λίγο υψηλότερο από την αφετηρία. Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει πώς εξασφάλισε πραγματικό ανταγωνισμό και γιατί αυτή η αποτίμηση προστατεύει την αξία του ελληνικού Δημοσίου.
Ο πίνακας που ακολουθεί αφορά μόνο το σταθερό μέρος του μισθώματος, με βάση την κατανομή που δημοσίευσε το Powergame από πίνακα της σύμβασης. Η ετήσια στήλη είναι δικός μας πολλαπλασιασμός επί δώδεκα, με αρχικό μίσθωμα και πλήρη λειτουργία. Δεν είναι τζίρος, κέρδος ή υπολογισμός ζημίας ανά μουσείο. Σε κάθε σημείο προστίθεται το 2% των πωλήσεων προ ΦΠΑ.
| Πωλητήριο | Μηνιαίως | Επί 12 μήνες |
|---|---|---|
| Ακρόπολη Αθηνών | 17.000 € | 204.000 € |
| Μεσαιωνική Πόλη Ρόδου | 1.250 € | 15.000 € |
| Λότζια Ρεθύμνου | 550 € | 6.600 € |
| Παλαιό Φρούριο Κέρκυρας | 580 € | 6.960 € |
| Κνωσός | 7.650 € | 91.800 € |
| Παλαιά Πόλη Χανίων | 250 € | 3.000 € |
| Μπέη Χαμάμ Θεσσαλονίκης | 450 € | 5.400 € |
| Αρχαιολογικό Μουσείο Χανίων | 1.250 € | 15.000 € |
| Αρχαιολογικό Μουσείο Αιγών | 750 € | 9.000 € |
| Βασιλικοί Τάφοι Αιγών | 1.350 € | 16.200 € |
| Επίδαυρος | 1.600 € | 19.200 € |
| Σούνιο | 1.050 € | 12.600 € |
| Ολυμπιείο | 550 € | 6.600 € |
| Αρχαία Αγορά Αθηνών | 650 € | 7.800 € |
| Αρχαιολογικός χώρος Ολυμπίας | 2.100 € | 25.200 € |
| Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας | 2.100 € | 25.200 € |
| Αρχαιολογικός χώρος Δελφών | 3.000 € | 36.000 € |
| Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών | 3.000 € | 36.000 € |
| Παλάτι Μεγάλου Μαγίστρου Ρόδου | 1.250 € | 15.000 € |
| Μυκήνες | 1.100 € | 13.200 € |
| Ακρωτήρι Θήρας | 1.150 € | 13.800 € |
| Παλαμήδι | 400 € | 4.800 € |
| Τέμενος Ντεφτερντάρ Κω | 310 € | 3.720 € |
| Ανάκτορο Μυστρά, νέο πωλητήριο | 400 € | 4.800 € |
| Βιοτεχνία Ελληνικών Μαντιλιών | 350 € | 4.200 € |
| Κεραμεικός, πωλητήριο εισόδου | 255 € | 3.060 € |
| Κεραμεικός, δεύτερο πωλητήριο | 255 € | 3.060 € |
| Σύνολο 27 πωλητηρίων | 50.600 € | 607.200 € |
Η αρχική ετήσια αναγωγή για όλο το δίκτυο είναι 607.200 ευρώ. Η διακήρυξη κρατά το εγγυημένο μίσθωμα σταθερό για δύο μισθωτικά έτη και κατόπιν το αναπροσαρμόζει με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Οι ημερομηνίες έναρξης εξαρτώνται και από την παράδοση ή ολοκλήρωση κάθε καταστήματος. Επομένως, το ποσό αυτό δεν είναι βεβαιωμένη είσπραξη του ημερολογιακού 2026, ούτε μπορεί απλώς να πολλαπλασιαστεί επί έξι ή δώδεκα ως τελικό συμβατικό σύνολο.
Στον πίνακα υπάρχουν και ονομασίες που χρειάζονται ακρίβεια. Η Ακρόπολη αφορά το πωλητήριο του αρχαιολογικού χώρου, όχι το Μουσείο Ακρόπολης. Στους Δελφούς και στην Ολυμπία αναγράφονται χωριστά ο χώρος και το μουσείο. Τα 27 σημεία αποτελούν το συγκεκριμένο εμπορικό δίκτυο της σύμβασης. Η καταγραφή τους δείχνει την έκταση της παραχώρησης και επιτρέπει στον πολίτη να ζητήσει λογαριασμό για κάθε σημείο ξεχωριστά.
Η Ακρόπολη, τα εισιτήρια και ο λογαριασμός που λείπει
Για το πωλητήριο της Ακρόπολης έχει δημοσιευτεί αναφορά περί ετήσιου τζίρου 5 εκατομμυρίων ευρώ. Δεν εντοπίσαμε επίσημο αναλυτικό απολογισμό του συγκεκριμένου πωλητηρίου που να επιβεβαιώνει το ποσό και τη βάση του ως προς τον ΦΠΑ. Ο αριθμός δεν τεκμηριώνεται ως καθαρό κέρδος ούτε ως έσοδο μόνο μιας υποκατηγορίας σουβενίρ. Η διαφορά έχει σημασία: οι συνολικές πωλήσεις δεν είναι χρήματα που απομένουν μετά τις δαπάνες.
Ας δούμε ένα σαφώς υποθετικό παράδειγμα. Αν οι ετήσιες πωλήσεις του συγκεκριμένου πωλητηρίου ήταν 5 εκατομμύρια ευρώ προ ΦΠΑ, το 2% θα αντιστοιχούσε σε 100.000 ευρώ. Μαζί με το αρχικό ετήσιο μίσθωμα των 204.000 ευρώ, το άθροισμα θα ήταν 304.000 ευρώ, δηλαδή 6,08% των υποθετικών πωλήσεων. Αυτό μετρά μόνο τις δύο αυτές πληρωμές. Δεν μετρά το σύνολο των εισπράξεων του ΟΔΑΠ και δεν αποδεικνύει ότι ο ιδιώτης κερδίζει καθαρά τα υπόλοιπα 4,696 εκατομμύρια.
Υπάρχει ένας πρόσθετος όρος που συχνά χάνεται από τη δημόσια συζήτηση: ο ΟΔΑΠ διαθέτει δικά του προϊόντα στον μισθωτή έναντι τιμών που καθορίζει το διοικητικό του συμβούλιο. Αυτές οι αποδόσεις προστίθενται στο μίσθωμα και στο ποσοστό πωλήσεων. Αν δεν γνωρίζουμε τι προϊόντα πωλούνται, σε ποιες ποσότητες και με ποιο δημόσιο περιθώριο, δεν μπορούμε να υπολογίσουμε τη συνολική απόδοση προς το κράτος.
Η διακήρυξη ορίζει επίσης ότι ο μισθωτής πληρώνει και ασφαλίζει το προσωπικό εξυπηρέτησης και επιβαρύνεται με λειτουργικές δαπάνες, εξοπλισμό και επισκευές που προβλέπονται για τα καταστήματα. Για συγκεκριμένα προϊόντα του ΟΔΑΠ, πάντως, προβλέπεται ότι δεν επιβαρύνεται αν δεν πωληθούν. Αυτοί οι όροι επηρεάζουν την κατανομή κόστους και εμπορικού κινδύνου. Δεν στηρίζεται το συμπέρασμα ότι το Δημόσιο θα πληρώνει όλο το προσωπικό των ιδιωτικά λειτουργούμενων πωλητηρίων.
Το Δημόσιο εξακολουθεί να προστατεύει, να συντηρεί και να λειτουργεί το μνημείο που δημιουργεί την πελατεία του καταστήματος. Το ιδιωτικό πωλητήριο ωφελείται από αυτή τη δημόσια φροντίδα. Η μισθοδοσία των δικών του πωλητών είναι δική του υποχρέωση· η μεγάλη πολιτιστική υποδομή παραμένει συλλογική ευθύνη. Η κυβέρνηση πρέπει να αποτιμήσει αυτό το πλεονέκτημα όταν εξηγεί το τίμημα. Το να επικαλείται λειτουργικά έξοδα του αναδόχου χωρίς να συνυπολογίζει τη δημόσια αξία που του ανοίγει είναι ελλιπής λογαριασμός.
Και τα εισιτήρια; Είναι χωριστή ροή εσόδων. Ο ΟΔΑΠ διαθέτει επίσημη υπηρεσία αγοράς εισιτηρίων. Η μίσθωση των πωλητηρίων που εξετάζουμε δεν δίνει στον ανάδοχο την είσπραξη εισόδου της Ακρόπολης ή των άλλων χώρων. Η τεχνική υποστήριξη ενός συστήματος ηλεκτρονικού εισιτηρίου, ακόμη κι όταν παρέχεται από ιδιώτες, επίσης δεν σημαίνει από μόνη της μεταβίβαση των εισπράξεων: χρειάζεται εξέταση της χωριστής σύμβασης και των οικονομικών όρων της.
Γι’ αυτό δεν προσθέτουμε έσοδα εισιτηρίων στα υποθετικά 5 εκατομμύρια και δεν παρουσιάζουμε το άθροισμα ως ποσό που παραδόθηκε στον ιδιώτη. Το σωστό αίτημα είναι ευρύτερο: δημόσιος απολογισμός ανά χώρο, με χωριστές στήλες για εισιτήρια, πωλήσεις, μισθώματα, αποδόσεις προϊόντων και δαπάνες. Μόνο έτσι θα φανεί τι παράγει συνολικά κάθε μνημείο και ποιο μέρος της εμπορικής αξίας εκχωρείται.
Η δημόσια επένδυση είναι καταγεγραμμένη. Το επίσημο πρόγραμμα «Ελλάδα 2.0» προβλέπει κατασκευή και εξοπλισμό δώδεκα νέων πωλητηρίων, με δηλωμένο στόχο την αύξηση των πωλήσεων και των εσόδων του ΟΔΑΠ. Η δημόσια αναβάθμιση και η ιδιωτική εκμετάλλευση πρέπει να εξεταστούν μαζί. Αν ο φορολογούμενος χρηματοδοτεί τη δημιουργία αξίας, η διοίκηση οφείλει να δείξει πώς εξασφάλισε ότι αυτή η αξία θα επιστρέψει στον φορολογούμενο. Η μεταφορά της λειτουργίας σε ιδιώτη δεν απαντά από μόνη της σε αυτό το ερώτημα.
Το επιχείρημα υπέρ της ιδιωτικής διαχείρισης επικαλείται καλύτερη στελέχωση, περισσότερες πωλήσεις και σταθερό μίσθωμα για τον ΟΔΑΠ. Η απάντησή μας είναι συγκεκριμένη: αύξηση των ιδιωτικών πωλήσεων και καλύτερη δημόσια απόδοση είναι διαφορετικά αποτελέσματα. Το πρώτο μπορεί να συμβεί χωρίς το δεύτερο να ακολουθεί στον ίδιο βαθμό. Η κυβέρνηση πρέπει να παρουσιάσει αριθμούς, δεσμεύσεις και σύγκριση με οργανωμένη δημόσια λειτουργία. Η υπόσχεση ότι ένας όμιλος θα αναπτύξει τη δουλειά του δεν αρκεί για να του παραδοθεί η δημόσια δυνατότητα εσόδων.
Δεν βρήκαμε στα εξετασμένα δημόσια τεκμήρια πλήρη συγκριτικό λογαριασμό ανά πωλητήριο. Άρα δεν δημοσιεύουμε πίνακα «χαμένων εκατομμυρίων» με επινοημένες πωλήσεις για τα υπόλοιπα 26 σημεία. Απαιτούμε τον πίνακα που πρέπει να υπάρχει για να ελεγχθεί η επιλογή. Το Δημόσιο έχει υποχρέωση να εξηγεί γιατί παραχωρεί μια δυνατότητα εσόδων και ποιο συγκεκριμένο όφελος επιστρέφει στους πολίτες.

Η οικονομική σύγκριση χρειάζεται ένα ακόμη βήμα. Όταν ο ΟΔΑΠ λειτουργεί ο ίδιος ένα κατάστημα, εισπράττει τις λιανικές πωλήσεις και πληρώνει το αντίστοιχο κόστος. Όταν το εκμισθώνει, εισπράττει μίσθωμα, ποσοστό πωλήσεων και την απόδοση των δικών του προϊόντων, ενώ ο μισθωτής αναλαμβάνει τις δαπάνες που του αναλογούν. Συγκρίνουμε δύο καθαρά αποτελέσματα. Αν συγκρίνουμε ολόκληρο τον παλιό τζίρο μόνο με το νέο ενοίκιο, αποκρύπτουμε κόστη. Αν συγκρίνουμε το νέο ενοίκιο με μηδενική δημόσια απόδοση, αποκρύπτουμε την αξία της δραστηριότητας που παραχωρείται.
Ένα παράδειγμα δείχνει πόσο αλλάζει η εικόνα. Με υποθετικές πωλήσεις ενός εκατομμυρίου ευρώ προ ΦΠΑ στην Ακρόπολη, το αρχικό ενοίκιο και το 2% θα έδιναν 224.000 ευρώ. Με δύο εκατομμύρια θα έδιναν 244.000. Με πέντε εκατομμύρια θα έδιναν 304.000. Πρόκειται για εναλλακτικά σενάρια υπολογισμού, όχι για απολογισμούς. Αναδεικνύουν, όμως, μια πραγματική ιδιότητα του όρου: κάθε πρόσθετο εκατομμύριο λιανικών πωλήσεων αυξάνει τη μεταβλητή απόδοση του μισθώματος κατά 20.000 ευρώ, πριν από την πρόσθετη απόδοση προϊόντων του ΟΔΑΠ.
Ο όρος του 2% σημαίνει ότι από κάθε πρόσθετο εκατομμύριο λιανικών πωλήσεων μόνο 20.000 ευρώ προστίθενται σε αυτή τη συγκεκριμένη ροή δημόσιας απόδοσης. Το υπόλοιπο αυξημένο εμπορικό περιθώριο, μετά τις δαπάνες και τις άλλες συμβατικές πληρωμές, αφορά τον μισθωτή. Η κυβέρνηση επέλεξε αυτή την κατανομή. Η ιδιωτική επέκταση δεν βαφτίζεται αυτόματα ανάπτυξη υπέρ του ελληνικού λαού. Η προοπτική των πωλήσεων και η διάρκεια της δέσμευσης έπρεπε να βαρύνουν στην αποτίμηση της δημόσιας δυνατότητας πριν παραχωρηθεί.
Το ίδιο τεστ πρέπει να γίνει για τους Δελφούς και την Ολυμπία. Οι αρχικές ετήσιες αναγωγές των δύο σημείων στους Δελφούς αθροίζονται σε 72.000 ευρώ και στην Ολυμπία σε 50.400 ευρώ. Αυτά τα ποσά είναι γνωστά. Το καθαρό αποτέλεσμα της δημόσιας λειτουργίας τους παραμένει άγνωστο στον αναγνώστη. Η σύγκριση ανά σημείο θα έδειχνε αν μια ενιαία μίσθωση επιτρέπει σε ασθενέστερα καταστήματα να λειτουργούν καλύτερα ή αν ισχυρά σημεία χρηματοδοτούν μια ιδιαίτερα συμφέρουσα συνολική συμφωνία για τον ανάδοχο. Χωρίς δεδομένα, και οι δύο ερμηνείες είναι υποθέσεις.
Η προμήθεια προϊόντων του ΟΔΑΠ χρειάζεται τη δική της ανάλυση. Μια είσπραξη για προϊόν δεν είναι ολόκληρη καθαρό κρατικό κέρδος: πρέπει να αφαιρεθεί το δημόσιο κόστος παραγωγής ή προμήθειας. Αντίστοιχα, όταν ο μισθωτής πουλά προϊόν τρίτου, το περιθώριο λιανικής δεν ανήκει αυτομάτως στον ΟΔΑΠ. Η σύνθεση του εμπορεύματος επηρεάζει το δημόσιο αποτέλεσμα. Ένας έλεγχος πρέπει να εξετάζει αν αυξάνεται ή μειώνεται η διάθεση δημόσιων προϊόντων και πώς αποδίδονται τα σχετικά ποσά, όχι να μένει στον συνολικό αριθμό των αποδείξεων.
Υπάρχει επίσης η εργασία. Αν δημόσιοι εργαζόμενοι που προηγουμένως υπηρετούσαν σε πωλητήρια μετακινούνται σε άλλα καθήκοντα, η μισθοδοσία τους δεν εξαφανίζεται από τον δημόσιο προϋπολογισμό. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι εργάζονται δωρεάν για τον ιδιώτη. Για να κριθεί μια πραγματική εξοικονόμηση χρειάζονται στοιχεία στελέχωσης πριν και μετά, καθήκοντα και δαπάνες. Η μετακίνηση μπορεί να καλύπτει άλλες ανάγκες· μπορεί και να μην αποφέρει την εξοικονόμηση που υπονοείται. Το αποτέλεσμα ελέγχεται με υπηρεσιακά δεδομένα, όχι με γενίκευση.
Στην ίδια σύγκριση πρέπει να εμφανίζονται οι δημόσιες επενδύσεις που έχουν ήδη γίνει και όσες εξακολουθούν να απαιτούνται. Μια δαπάνη του παρελθόντος δεν χρεώνεται δεύτερη φορά σαν να καταβάλλεται κάθε χρόνο. Δεν αγνοείται όμως όταν αποτιμάται η υποδομή που παραδίδεται έτοιμη προς λειτουργία. Ούτε η φύλαξη του μνημείου παύει να έχει κόστος επειδή το κατάστημα απέκτησε μισθωτή. Ο οικονομικός φάκελος πρέπει να διαχωρίζει αυτές τις κατηγορίες, ώστε να φαίνεται ποια ευθύνη πραγματικά μεταφέρεται και ποια μένει στον φορολογούμενο.
Αν η δημόσια λειτουργία ήταν αδύναμη, η κυβέρνηση οφείλει πρώτα να εξηγήσει ποιος την άφησε αδύναμη, γιατί δεν τη στελέχωσε και τι κόστιζε η βελτίωσή της. Η διοικητική αδράνεια δεν πρέπει να γίνεται επιχείρημα για παραχώρηση της δραστηριότητας που η ίδια αδυνατεί να οργανώσει. Προσλήψεις, κατάλληλη προμήθεια, κατάρτιση και εμπορική οργάνωση είναι ζητήματα δημόσιας ευθύνης. Χρειάζεται τεκμηριωμένη εξήγηση γιατί οι λύσεις που προτείνονται ως πλεονέκτημα του ιδιώτη δεν εξετάστηκαν για τον δημόσιο φορέα.
Αυτός είναι ο λογαριασμός που ζητάμε από την κυβέρνηση: τι απέδιδε η δημόσια λειτουργία, τι θα απέδιδε αν οργανωνόταν σωστά και τι δεσμεύεται να αποδώσει η παραχώρηση. Οι προβλέψεις χρειάζονται παραδοχές, κόστος και έλεγχο σε διαφορετικές συνθήκες πωλήσεων. Η υπογραφή μιας σύμβασης αποδεικνύει ότι δόθηκαν δικαιώματα· το όφελος για τον πολίτη απαιτεί διαφορετική απόδειξη. Η ευθύνη αυτής της απόδειξης ανήκει σε όσους αποφάσισαν την παραχώρηση και διαθέτουν τους οικονομικούς φακέλους.
Το ζήτημα αφορά και τον επισκέπτη που αγοράζει ένα αντίγραφο ή ένα βιβλίο μετά την περιήγηση. Η αγορά του συνδέεται με έναν δημόσιο πολιτιστικό προορισμό. Είναι εύλογο να μπορεί να ενημερωθεί ποιος διαθέτει το προϊόν και ποια σχέση έχει η πώληση με τον δημόσιο φορέα. Δεν υποστηρίζουμε ότι κάθε αγοραστής κάνει την ίδια σκέψη. Θέτουμε ένα συγκεκριμένο κριτήριο διαφάνειας: η εμπορική ταυτότητα, η προέλευση και η πιστοποίηση των προϊόντων να είναι κατανοητές, ώστε η εμπιστοσύνη προς το μνημείο να μη συγχέεται με ανεξέλεγκτη εμπιστοσύνη προς κάθε εμπόρευμα.
Η αξιολόγηση της λειτουργίας χρειάζεται επίσης ποιότητα, πέρα από τις εισπράξεις. Προτείνουμε να εξετάζονται η ιστορική ακρίβεια των προϊόντων, η διάθεση εκδόσεων με ουσιαστικό περιεχόμενο, η εξυπηρέτηση και η πρόσβαση του κοινού σε διαφορετικές τιμές. Ένα κατάστημα μπορεί να αυξήσει τις πωλήσεις του χωρίς να εκπληρώνει καλύτερα τον πολιτιστικό σκοπό του. Μπορεί και να τον υπηρετεί καλύτερα με οργανωμένη λειτουργία. Η σύμβαση πρέπει να αξιολογείται και ως εμπορική συμφωνία και ως δραστηριότητα μέσα σε δημόσιο μνημείο.
Ο δημόσιος απολογισμός πρέπει να φωτίζει ποιος κρατά την εμπορική αξία και τι επιστρέφει στην κοινωνία. Η απαίτησή του είναι πράξη υπεράσπισης της δημόσιας περιουσίας. Ο πολίτης δεν οφείλει να αρκεστεί σε ένα ενοίκιο επειδή το ενοίκιο είναι μετρήσιμο, ενώ το δικαίωμα που εκχωρείται είναι πιο δύσκολο να αποτιμηθεί. Η πολιτική μας κρίση παραμένει: η μακρόχρονη εκχώρηση αυτού του δικτύου αποτελεί ξεπούλημα της δημόσιας εμπορικής εκμετάλλευσης. Ο αναλυτικός λογαριασμός πρέπει να δείξει την πλήρη οικονομική του επίπτωση.
Ο εταιρικός δεσμός και το ερώτημα της εκλογικής εύνοιας
Ο δεσμός με τη SingularLogic δεν είναι απλή ομοιότητα ονομάτων. Η Ετήσια Οικονομική Έκθεση 2025 της Space Hellas καταγράφει κατοχή του 100% της SingularLogic. Αναφέρει επίσης την εξαγορά του 51% της Radiant Technologies από τη SingularLogic στις 25 Νοεμβρίου 2025. Για την «Ελληνικά Αναμνηστικά Α.Ε.» καταγράφει άμεση συμμετοχή της Space Hellas 55% και έμμεση 22,95% μέσω της θυγατρικής της.
Η ένωση Space Hellas, Radiant που ανέλαβε τη μίσθωση συνδέεται επομένως με τον πάροχο της εκλογικής πληροφορικής μέσα από το ίδιο εταιρικό πλέγμα. Η κυβέρνηση γνώριζε ή όφειλε να εξετάσει αυτές τις εταιρικές σχέσεις πριν δεσμεύσει το δημόσιο δίκτυο. Η συγκέντρωση διαφορετικών δημόσιων δραστηριοτήτων γύρω από συνδεδεμένες εταιρείες ενισχύει την ανάγκη λογοδοσίας για την οικονομική εξάρτηση και την ανεξαρτησία των θεσμών. Ο πολίτης έχει κάθε λόγο να απαιτεί περισσότερα από μια διαβεβαίωση ότι τηρήθηκαν τα τυπικά.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της παρέμβασής μας: γιατί η κυβέρνηση επέλεξε αυτή τη μακρόχρονη εμπορική παραχώρηση και ποιο μετρήσιμο δημόσιο όφελος την δικαιολογεί; Αν η εξήγηση είναι καλύτερη λειτουργία και περισσότερα κρατικά έσοδα, οφείλει να συνοδεύεται από συγκριτικά οικονομικά δεδομένα. Αν ο διαγωνισμός ήταν ουσιαστικά ανοικτός, πρέπει να αιτιολογηθεί γιατί ένα τόσο μεγάλο πακέτο προσέλκυσε μόνο μία προσφορά.
Η πολιτική μας κρίση είναι ότι η παραχώρηση εξυπηρετεί ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα: τους δίνει πρόσβαση για χρόνια σε ένα δίκτυο που αντλεί την αξία του από τη δημόσια πολιτιστική περιουσία. Το επόμενο ερώτημα αφορά την εξουσία. Μήπως μαζί με το επιχειρηματικό όφελος προσδοκάται πολιτική εύνοια, ακόμη και στο περιβάλλον των εκλογών; Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με ανεξάρτητες εγγυήσεις και ελέγξιμα έγγραφα. Το συγκεκριμένο κίνητρο αποτελεί ερώτημα προς διερεύνηση, ενώ η εμπορική παραχώρηση και ο εταιρικός δεσμός είναι καταγεγραμμένα στοιχεία.
Η απάντηση σε αυτή την ανησυχία απαιτεί γνωστοποίηση των συμβάσεων, έλεγχο πιθανών συγκρούσεων, σαφή διαχωρισμό προσωπικού και αρμοδιοτήτων, καταγραφή προσβάσεων και τεχνικό έλεγχο από ανεξάρτητο φορέα. Η κυβέρνηση και οι εταιρείες δεν πρέπει να ελέγχουν μόνες τους την αξιοπιστία της σχέσης τους με το Δημόσιο. Η ανεξάρτητη εποπτεία πρέπει να έχει πραγματική πρόσβαση και δημοσιοποιήσιμα συμπεράσματα. Η δημόσια εμπιστοσύνη χτίζεται όταν ο πολίτης μπορεί να επαληθεύσει αυτό που του ζητούν να πιστέψει.
Η Νάγια Γρηγοράκου ζήτησε συγκριτική οικονομοτεχνική αξιολόγηση και στοιχεία ανά πωλητήριο. Οι εργαζόμενοι, όπως μεταφέρει το ρεπορτάζ του Powergame, αμφισβητούν τους όρους ανταγωνισμού και θέτουν θέμα πρόσβασης εταιρειών σε δεδομένα από προηγούμενες αναθέσεις. Πρόκειται για αιτήματα και καταγγελίες που χρειάζονται απάντηση και έλεγχο. Δεν τα παρουσιάζουμε ως δικαστικά διαπιστωμένα γεγονότα.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 ο ανεξάρτητος βουλευτής Μάριος Σαλμάς έθεσε στη Βουλή το θέμα της SingularLogic και των επόμενων εκλογών. Η κυβερνητική απάντηση, όπως καταγράφεται στις 23 Σεπτεμβρίου από το in.gr, διαχωρίζει τον τεχνικό ρόλο της εταιρείας από την καταμέτρηση και επικαλείται τη μακρόχρονη συνεργασία της με διαφορετικές κυβερνήσεις. Αυτός ο αντίλογος πρέπει να ακουστεί. Η εμπειρία μπορεί να μειώνει τον λειτουργικό κίνδυνο. Δεν υποκαθιστά τον ανεξάρτητο έλεγχο.
Η διπλή λογοδοσία αφορά κάθε κυβέρνηση και κάθε προμηθευτή. Όσο περισσότερες δημόσιες λειτουργίες συνδέονται με το ίδιο επιχειρηματικό πλέγμα, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι η διαφάνεια και ο έλεγχος. Η τυπική νομιμότητα μιας διαδικασίας δεν εξαντλεί την πολιτική ευθύνη για τη δημόσια αξία που παραχωρείται. Η κυβέρνηση πρέπει να εξηγήσει την επιλογή του συγκεκριμένου μοντέλου, την οικονομική αποτίμηση και τις εγγυήσεις ότι η εμπορική σχέση δεν δημιουργεί εξάρτηση σε έναν κρίσιμο δημοκρατικό μηχανισμό.
Η μία προσφορά πρέπει να αντιμετωπιστεί ως σοβαρό πρόβλημα λογοδοσίας. Η συγκέντρωση 27 διαφορετικών σημείων σε ένα πακέτο θέτει απαιτήσεις κλίμακας που μικρότεροι φορείς δυσκολεύονται να καλύψουν. Η διοίκηση οφείλει να εξηγήσει γιατί διάλεξε αυτή τη δομή, ποιες άλλες λύσεις εξέτασε και πώς προστάτευσε τον ανταγωνισμό. Η γεωγραφική διασπορά, η εποχικότητα και η ανάγκη οργάνωσης αποτελούν πραγματικά ζητήματα. Δεν αρκούν ως γενική δικαιολογία για έναν διαγωνισμό που κατέληξε σε μία προσφορά.
Κάθε ειδική απαίτηση χρειάζεται συγκεκριμένη αιτιολόγηση. Η ποιότητα προϊόντων και η υπεύθυνη λειτουργία μπορούν να ελεγχθούν με κριτήρια που ανοίγουν τη συμμετοχή σε ισοδύναμα ικανούς φορείς. Χρειάζεται λοιπόν να παρουσιαστεί πόσες επιχειρήσεις μπορούσαν πράγματι να ανταποκριθούν στον συνδυασμό των όρων. Έτσι ελέγχεται η καταγγελία για ευνοϊκό πεδίο προς ένα επιχειρηματικό σχήμα. Η κυβέρνηση πρέπει να καταθέσει τις διευκρινίσεις και τα πρακτικά, ώστε να φανεί ποιος αποκλείστηκε από την ίδια τη δομή της διαδικασίας και για ποιον λόγο.
Ξεχωριστό ζήτημα είναι η πληροφόρηση. Αν ένας υποψήφιος έχει εκτελέσει έργα που του δίνουν γνώση της λειτουργίας ενός δικτύου, αποκτά εμπειρία. Αν έχει πρόσβαση σε κρίσιμα μη δημόσια εμπορικά δεδομένα που δεν είναι διαθέσιμα στους άλλους, τίθεται θέμα ίσων συνθηκών. Η καταγγελία των εργαζομένων πρέπει να εξεταστεί ακριβώς σε αυτό το σημείο: ποια στοιχεία υπήρχαν, ποιος μπορούσε να τα δει και τι περιείχε ο κοινός φάκελος ενημέρωσης. Η εμπειρία και η προνομιακή πληροφορία δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Μια ανεξάρτητη εξέταση πρέπει ακόμη να ανασυνθέσει τη χρονική σειρά των εταιρικών συμμετοχών και των αναθέσεων. Η ημερομηνία μιας εξαγοράς έχει σημασία: δεν επιτρέπεται να αποδίδουμε μια παλαιότερη πράξη σε εταιρική σχέση που δημιουργήθηκε αργότερα. Γι’ αυτό παραθέτουμε την οικονομική έκθεση με τη χρονολογία της εξαγοράς και δεν βαφτίζουμε κάθε προηγούμενη συνεργασία μέρος ενός αποδεδειγμένου σχεδίου. Η ισχυρή δημοσιογραφική ερώτηση στηρίζεται σε ακολουθία εγγράφων και αρμοδιοτήτων, όχι στην αναδρομική ένωση όλων των ονομάτων σε μία ιστορία.
Το κρατικό όφελος και το κυβερνητικό όφελος πρέπει να διαχωριστούν. Το κράτος εκπροσωπεί τους πολίτες και οφείλει να προστατεύει τη μακροχρόνια δημόσια απόδοση. Μια κυβέρνηση μπορεί να προτιμά την ευκολία της ανάθεσης ή τις σχέσεις με ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες. Στη συγκεκριμένη υπόθεση η εξυπηρέτηση της ιδιωτικής εμπορικής επέκτασης φαίνεται από το δικαίωμα που παραχωρήθηκε. Το αν υπήρξε επιπλέον προσωπικό, κομματικό ή εκλογικό αντάλλαγμα πρέπει να ελεγχθεί με στοιχεία για τις αποφάσεις και τις επαφές. Η επίκληση ενός μικρού σταθερού ενοικίου δεν αποτελεί απάντηση για όλα αυτά.
Η πολιτική ευθύνη είναι ήδη συγκεκριμένη: η κυβέρνηση επέλεξε την παραχώρηση, ο δημόσιος φορέας όρισε τη δομή και την αποτίμηση, ο ανάδοχος απέκτησε τα εμπορικά δικαιώματα. Οι ελεγκτές πρέπει να εξετάσουν τους όρους και τις σχετικές καταγγελίες. Κανείς δεν δικαιούται να ζητά από τον πολίτη να σωπάσει μέχρι να αποδειχθεί ποινική παράβαση. Η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας κρίνεται πολιτικά για το αποτέλεσμα που επιλέγει και για την εξήγηση που δίνει, ακόμη και όταν δεν υπάρχει δικαστική απόφαση.
Το δημόσιο συμφέρον προστατεύεται καλύτερα όταν τα ερωτήματα έχουν αποδέκτη και ζητούμενο έγγραφο. Για την οικονομική επιλογή, ζητούμε την αποτίμηση και τη συγκριτική μελέτη. Για τον ανταγωνισμό, ζητούμε τους όρους, τις διευκρινίσεις και τα πρακτικά. Για την εκλογική ανεξαρτησία, ζητούμε το πλαίσιο τεχνικού ελέγχου και διαχωρισμού αρμοδιοτήτων. Έτσι η συζήτηση μπορεί να καταλήξει σε επαλήθευση, διορθώσεις ή ευθύνες. Χωρίς αυτή τη δομή, η δικαιολογημένη οργή κινδυνεύει να μένει μια μόνιμη υποψία χωρίς αποτέλεσμα.
Πριν από την κάλπη: έλεγχος με πρακτικά και αποτελέσματα
Η SingularLogic δεν είναι η εφορευτική επιτροπή που ανοίγει την κάλπη και μετρά τα ψηφοδέλτια. Ο ιστότοπος του Υπουργείου Εσωτερικών χαρακτηρίζει τα ηλεκτρονικά αποτελέσματα που παρέχει η εταιρεία ανεπίσημα και παραπέμπει στα κατά τόπους Πρωτοδικεία για τα επίσημα. Αναφέρει μάλιστα ότι τα στοιχεία του έχουν προσαρμοστεί στα επίσημα στοιχεία των Πρωτοδικείων. Η διάκριση είναι βασική: μια απόκλιση στην ηλεκτρονική εμφάνιση πρέπει να ελεγχθεί, αλλά δεν αποδεικνύει αυτομάτως αλλοίωση της καταμέτρησης.
Καταγγελίες για τις ευρωεκλογές του 2024 υπήρξαν. Στις 14 Ιουνίου 2024 η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεωργία Αδειλίνη παρήγγειλε διερεύνηση, μετά από καταγγελίες του Κυριάκου Βελόπουλου και του Γιώργου Κύρτσου. Αυτή η επίσημη κίνηση δεν συμβιβάζεται με τον απόλυτο ισχυρισμό ότι δεν επιτράπηκε κανένας έλεγχος. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι οι πολίτες έχουν λάβει πλήρη ενημέρωση για την εξέταση κάθε περιστατικού.
Στην απάντηση του υπουργού Εσωτερικών Θεόδωρου Λιβάνιου τον Σεπτέμβριο 2026 καταγράφεται επίσης παραπομπή καταγγελιών στην εισαγγελική αρχή. Μια παραπομπή είναι ένα βήμα διερεύνησης. Δεν είναι ούτε απόδειξη νοθείας ούτε τελική απαλλαγή. Από τις πηγές που εξετάσαμε δεν προκύπτει τεκμηριωμένο πόρισμα γενικευμένης νοθείας που να επιτρέπει πρόβλεψη ότι οι επόμενες εκλογές θα αλλοιωθούν.
Η απογοήτευση ενός πολίτη δεν πρέπει να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ψήφος του είναι ήδη χαμένη. Πρέπει να μετατρέπεται σε ελέγξιμο αίτημα. Για μια συγκεκριμένη απόκλιση χρειάζονται εκλογικό τμήμα, πρωτογενές υπογεγραμμένο πρακτικό, χρονική στιγμή της ηλεκτρονικής ένδειξης και τελικό επίσημο αποτέλεσμα. Ένα αποσπασματικό στιγμιότυπο ή μια σύγκριση ανόμοιων ομάδων ψηφοφόρων δεν αρκεί.
Το ίδιο ισχύει για την επιστολική ψήφο. Αν υπάρχει συγκεκριμένη καταγγελία, πρέπει να ελέγχεται η αλυσίδα παραλαβής, η καταγραφή, η φύλαξη και το αντίστοιχο πρακτικό. Διαφορετικές κομματικές αναλογίες ανάμεσα στην επιστολική ψήφο και σε μια τοπική κάλπη δεν αποδεικνύουν από μόνες τους νοθεία: δεν πρόκειται υποχρεωτικά για πληθυσμούς με την ίδια σύνθεση. Η ισχυρή κριτική εντοπίζει μια ελέγξιμη παραβίαση διαδικασίας και δεν στηρίζεται μόνο στην εντύπωση ενός ποσοστού.
Πριν από την επόμενη αναμέτρηση προτείνουμε δημοσίευση των πρωτογενών πρακτικών ανά τμήμα με προστασία προσωπικών δεδομένων και αντιστοίχιση με το ηλεκτρονικό αποτέλεσμα. Κάθε διόρθωση πρέπει να αφήνει ιστορικό, αιτιολογία και ευθύνη έγκρισης. Η κοινωνία χρειάζεται να μπορεί να ακολουθήσει τη διαδρομή από την κάλπη έως το τελικό άθροισμα.
Προτείνουμε ακόμη ανεξάρτητο τεχνικό έλεγχο της εκλογικής υποδομής πριν από τη χρήση της και οργανωμένη διαδικασία επαλήθευσης δειγματοληπτικά και όπου καταγράφονται αποκλίσεις. Η τεχνική ασφάλεια δεν απαιτεί να εκτίθενται κωδικοί ή ευάλωτες λεπτομέρειες δημόσια. Απαιτεί να γνωρίζουμε ποιος ελέγχει, με ποια ανεξαρτησία, ποιο πεδίο και ποια δημοσιοποιήσιμα συμπεράσματα.
Για τη σύμβαση των πωλητηρίων ζητούμε έναν πλήρη δημόσιο οικονομικό φάκελο: αποτίμηση, προσφορές, πωλήσεις και κόστος προηγούμενων ετών, δημόσιες επενδύσεις, υποχρεώσεις του μισθωτή και συγκριτικό καθαρό αποτέλεσμα. Η δυνατότητα εξαετούς παράτασης πρέπει να αξιολογείται με στοιχεία για την απόδοση και την τήρηση των όρων. Μια παραχώρηση που μπορεί να κρατήσει δώδεκα χρόνια δεν αντιμετωπίζεται σαν συνηθισμένη βραχυχρόνια εμπορική απόφαση.
Ο πολίτης μπορεί να διεκδικήσει συγκεκριμένα έγγραφα από τους αρμόδιους φορείς και να ζητήσει από τους βουλευτές του απαντήσεις στα ήδη κατατεθειμένα ερωτήματα. Τα κόμματα οφείλουν να οργανώνουν νόμιμη εκλογική εποπτεία και να παρουσιάζουν συγκεκριμένα περιστατικά με πρακτικά, όχι να αφήνουν γενικές υποψίες να ανακυκλώνονται. Η διεκδίκηση διαφάνειας είναι ειρηνική συλλογική ευθύνη. Συνδέεται με όσα έχουμε γράψει για την ψήφο ως δικαίωμα και ευθύνη και για την προστασία του πολίτη από τους θεσμούς.
Για να γίνει ουσιαστικός ο έλεγχος μιας ηλεκτρονικής απόκλισης, πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε ποια έκδοση του αποτελέσματος συγκρίνουμε. Ένα πρώιμο άθροισμα που εμφανίζεται την εκλογική νύχτα μπορεί να αλλάξει καθώς ενσωματώνονται τμήματα ή διορθώνονται καταχωρίσεις. Το ερώτημα δεν είναι αν άλλαξε ένας αριθμός, αλλά αν η μεταβολή αντιστοιχεί σε νόμιμη και τεκμηριωμένη ενημέρωση. Χρειάζονται χρόνος καταχώρισης, προέλευση και ιστορικό διόρθωσης. Έτσι διαχωρίζεται το λειτουργικό λάθος από μια παρέμβαση που δεν στηρίζεται στο πρωτογενές πρακτικό.
Η σύγκριση χρειάζεται και κοινό αντικείμενο. Ψήφοι συνδυασμών, σταυροί υποψηφίων, έγκυρα ψηφοδέλτια, άκυρα και λευκά είναι διαφορετικά μεγέθη. Η αντιπαραβολή πρέπει να αφορά την ίδια περιφέρεια, το ίδιο τμήμα και την ίδια κατηγορία αποτελέσματος. Αυτό δεν είναι τεχνική υπεκφυγή απέναντι σε έναν πολίτη. Είναι ο τρόπος να διατυπωθεί μια καταγγελία που μπορεί να εξεταστεί και να αναδείξει πραγματική απόκλιση. Η δημόσια ενημέρωση οφείλει να εξηγεί αυτά τα πεδία με απλή γλώσσα.
Σε μια ελέγξιμη διαδικασία, η καταχώριση πρέπει να μπορεί να εντοπιστεί πίσω στο υπογεγραμμένο έγγραφο. Αν ο αριθμός του εγγράφου και ο ηλεκτρονικός αριθμός διαφέρουν, η αρμόδια υπηρεσία πρέπει να αναφέρει πού δημιουργήθηκε η διαφορά και πώς διορθώθηκε. Αν το ίδιο το πρακτικό αμφισβητείται, χρειάζεται η προβλεπόμενη διαδικασία εξέτασης του εκλογικού υλικού. Αυτά είναι διαφορετικά επίπεδα ελέγχου. Η αντικατάσταση μιας εταιρείας δεν διορθώνει από μόνη της ένα λάθος στην πηγή, όπως η επίκληση της πηγής δεν αρκεί για να αγνοηθεί λάθος στη μετάδοση.
Ο ανεξάρτητος τεχνικός έλεγχος χρειάζεται σαφές αντικείμενο. Προτείνουμε να καλύπτει τις εξουσιοδοτήσεις χρηστών, την καταγραφή αλλαγών, τη συμφωνία των δεδομένων με τα πρακτικά, τη διαχείριση σφαλμάτων και τη συνέχεια λειτουργίας. Το κοινό πρέπει να γνωρίζει αν ο έλεγχος εξέτασε μόνο τη διαθεσιμότητα του συστήματος ή και την ακεραιότητα των αποτελεσμάτων. Δεν αρκεί μια γενική λέξη «ασφάλεια» χωρίς περιγραφή του τι ελέγχθηκε. Ούτε ένα πιστοποιητικό μπορεί να υποκαθιστά κάθε μελλοντική επαλήθευση.
Η δειγματοληπτική επαλήθευση που προτείνουμε πρέπει να σχεδιαστεί πριν από τις εκλογές, με γνωστούς κανόνες, συμμετοχή των αρμόδιων θεσμών και δυνατότητα επέκτασης όταν εντοπίζονται αποκλίσεις. Δεν παρουσιάζουμε αυτή την πρόταση ως διαδικασία που ήδη εφαρμόζεται γενικά. Ζητούμε να εξεταστεί και να θεσπιστεί με τις κατάλληλες εγγυήσεις. Ένα δείγμα που επιλέγεται εκ των υστέρων μόνο από όσους ελέγχονται δεν έχει την ίδια πειστικότητα με μια ανεξάρτητη επιλογή και δημοσιοποιημένη μεθοδολογία.
Τέλος, η θεσμική απάντηση στις παλαιότερες καταγγελίες πρέπει να είναι κατανοητή. Όπου επιτρέπεται να δημοσιοποιηθούν στοιχεία, χρειάζεται ενημέρωση για το τι εξετάστηκε, ποιο συμπέρασμα προέκυψε και ποιες διορθώσεις ακολούθησαν. Η δικαστική διερεύνηση και η δημόσια εξήγηση δεν έχουν ταυτόσημο πεδίο. Η κυβέρνηση μπορεί να εξηγεί διαδικασίες και ελέγχους χωρίς να προδικάζει τη δικαστική κρίση. Ο πολίτης χρειάζεται να βλέπει ότι μια συγκεκριμένη καταγγελία δεν χάνεται μέσα σε μια αόριστη παραπομπή.
Το συμπέρασμά μας είναι σαφές: ξεπούλημα της δημόσιας εμπορικής εκμετάλλευσης και πολιτική εξυπηρέτηση ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων. Η κυβέρνηση παρέδωσε τη λειτουργία ενός προνομιακού δικτύου και τη δυνατότητα ιδιωτικής εκμετάλλευσης της αξίας του για χρόνια. Οφείλει να εξηγήσει γιατί επέλεξε αυτή τη μεταφορά και τι ακριβώς εξασφάλισε για την κοινωνία. Ο εταιρικός δεσμός με τη SingularLogic προσθέτει την υποχρέωση ανεξάρτητης θωράκισης της εκλογικής υποδομής. Τα συμφέροντα της εξουσίας και των επιχειρηματικών ομίλων δεν μπορεί να προηγούνται της δημόσιας περιουσίας και της εμπιστοσύνης στην ψήφο.
Αυτή η πολιτική κρίση στηρίζεται στους όρους της παραχώρησης και στις καταγεγραμμένες εταιρικές σχέσεις. Η απόδοση ποινικής ευθύνης για μίζα ή η διαπίστωση συγκεκριμένης αλλοίωσης εκλογικού αποτελέσματος απαιτούν ξεχωριστή απόδειξη, την οποία τα εξετασμένα έγγραφα δεν παρέχουν. Ο ανεξάρτητος έλεγχος χρειάζεται για να αναζητηθούν τέτοια στοιχεία όπου υπάρχουν ενδείξεις και για να λογοδοτήσουν όσοι δεσμεύουν δημόσια δικαιώματα. Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει σήμερα για την επιλογή που ήδη έκανε.
Με ποια λογική παραχωρείται για χρόνια η εκμετάλλευση δημόσιας πολιτιστικής αξίας σε ένα ισχυρό επιχειρηματικό πλέγμα, ενώ ο πολίτης καλείται να αρκεστεί σε διαβεβαιώσεις τόσο για τα έσοδα όσο και για την ανεξαρτησία της ψήφου του; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το κείμενο αποτελεί ενυπόγραφη άποψη. Η θέση του συντάκτη ξεχωρίζει από τα επαληθεύσιμα στοιχεία και τις παραπομπές.






