Ο Αρθούρος που φόρεσε το πρόσωπο του Ερρίκου
Η Στρογγυλή Τράπεζα του Γουίντσεστερ είναι πραγματική. Το ξύλο της όμως λέει άλλη ιστορία από τον ζωγραφισμένο βασιλιά της, κι εκεί αρχίζει η πιο ενδιαφέρουσα υπόθεση.

Στη Μεγάλη Αίθουσα του Γουίντσεστερ ο επισκέπτης σηκώνει το βλέμμα και συναντά έναν κύκλο που μοιάζει να έχει βγει από τον θρύλο. Τα ονόματα των ιπποτών απλώνονται γύρω του. Στην κορυφή βρίσκεται ο Αρθούρος. Στο κέντρο ανθίζει ένα ρόδο που ανήκει σε πολύ μεταγενέστερη δυναστεία. Κάτι δεν ταιριάζει απόλυτα, αλλά η πρώτη εντύπωση είναι ισχυρότερη από την αμφιβολία. Αν αυτό είναι το τραπέζι του Αρθούρου, πώς βρέθηκε πάνω του το πρόσωπο ενός άλλου βασιλιά; Και αν δεν είναι, γιατί χρειάστηκε τόση φροντίδα για να μοιάζει σαν να ήταν;
Το αντικείμενο προηγείται της εξήγησης
Η τράπεζα υπάρχει. Είναι παλιά, επιβλητική και έχει τη δύναμη που διαθέτουν τα υλικά πράγματα απέναντι στις αφηγήσεις. Ένας θρύλος μπορεί να αμφισβητηθεί ως λόγος. Όταν όμως κάποιος σου δείχνει το αντικείμενό του, η αμφιβολία χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια.
Ας φανταστούμε τον επισκέπτη που φτάνει έχοντας ακούσει για τον Αρθούρο και τη συντροφιά του. Δεν χρειάζεται να του διηγηθούν ξανά όλο τον κύκλο των ιστοριών. Ο κύκλος βρίσκεται μπροστά του, τα ονόματα είναι γραμμένα, ο βασιλιάς έχει θέση. Το ξύλο προσφέρει μια υπόσχεση συνέχειας ανάμεσα σε έναν κόσμο που ξέρει από τη διήγηση και στον χώρο όπου στέκεται.
Αυτή είναι η πρώτη δύναμη του αντικειμένου. Δεν αποδεικνύει από μόνο του την ιστορία που του αποδίδεται. Μπορεί όμως να κάνει την ιστορία να φαίνεται ήδη αποδεδειγμένη. Και όσο περισσότεροι άνθρωποι το αναγνωρίζουν με το ίδιο όνομα, τόσο δυσκολότερο γίνεται να χωριστεί η ηλικία του από την καταγωγή που επιθυμούν να του δώσουν.
Το ξύλο δεν γνωρίζει τον θρύλο
Η επιστημονική χρονολόγηση τοποθετεί την κατασκευή στα τέλη του δέκατου τρίτου ή στις αρχές του δέκατου τέταρτου αιώνα. Συχνά αναφέρεται μια χρονολογία γύρω στο 1275. Το αντικείμενο είναι αυθεντικά μεσαιωνικό, αλλά απέχει πολλούς αιώνες από τον ιστορικό ορίζοντα στον οποίο αναζητούνται πιθανές ρίζες του Αρθούρου.
Η ανατροπή μοιάζει αρχικά απογοητευτική. Αν περιμέναμε να αγγίξουμε το τελευταίο υλικό ίχνος μιας θρυλικής αυλής, η χρονολόγηση απομακρύνει την προσδοκία. Αν επιμείνουμε όμως λίγο, εμφανίζεται ένα άλλο ερώτημα: γιατί οι άνθρωποι του δέκατου τρίτου αιώνα χρειάζονταν ήδη ένα τέτοιο αντικείμενο;
Το ξύλο δεν απαντά για την αφορμή του. Μας δίνει όρια. Μέσα σε αυτά χρειάζεται να συναντήσουμε πραγματικούς βασιλιάδες, αυλές, γιορτές και πολιτικές φιλοδοξίες. Η έρευνα μεταφέρεται από την αναζήτηση της θρυλικής τράπεζας στην ιστορία εκείνων που ήθελαν να κάθονται μέσα στη σκιά της. Η μαγεία της σύνδεσης γίνεται από μόνη της ιστορικό γεγονός.
Ο Εδουάρδος και η αυλή που κοίταζε προς τα πίσω
Η πιθανή σύνδεση της κατασκευής με τη βασιλεία του Εδουάρδου Α΄ ανοίγει έναν κόσμο βασιλικών εκδηλώσεων και ιπποτικών ιδανικών. Ένας ηγεμόνας δεν χρειάζεται να πιστεύει ότι ανήκει κυριολεκτικά στην αυλή του Αρθούρου για να χρησιμοποιεί τη γλώσσα της.
Μια τελετή, μια συνάντηση ή μια γιορτή μπορούν να αντλήσουν από τον θρύλο τη σκηνή τους. Οι συμμετέχοντες παίζουν ρόλους που όλοι αναγνωρίζουν. Η αρχαία δόξα γίνεται διαθέσιμη στο παρόν χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί σε κάθε της λεπτομέρεια. Αν η τράπεζα κατασκευάστηκε μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η λειτουργία της θα ήταν συγχρόνως πρακτική και συμβολική.
Η πρώτη της εμφάνιση μέσα σε εκείνον τον κόσμο παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Η μεσαιωνική αυλή όμως ήταν πρόσφορο περιβάλλον για ένα αντικείμενο που έφερνε τον θρύλο σε υλική κλίμακα. Οι βασιλιάδες δεν ήθελαν μόνο να κυβερνούν. Ήθελαν και να αναγνωρίζονται μέσα σε ιστορίες που έκαναν την εξουσία τους να μοιάζει μεγαλύτερη.

Η νύχτα που η βασιλική ζωή έγινε εύφλεκτη
Το ίδιο το κάστρο φέρνει την αφήγηση στο πραγματικό της έδαφος. Η Μεγάλη Αίθουσα συνδέεται με τις παρεμβάσεις του Ερρίκου Γ΄. Ο χώρος δεν ήταν αφηρημένο σκηνικό θρύλων, αλλά μέρος μιας βασιλικής εγκατάστασης που κατοικούνταν, επισκευαζόταν και κινδύνευε.
Την άνοιξη του 1302, όταν ο Εδουάρδος και η βασίλισσα Μαργαρίτα διέμεναν στο κάστρο, πυρκαγιά ξέσπασε στα βασιλικά διαμερίσματα. Οι δύο γλίτωσαν, ενώ το κτήριο υπέστη ζημιές. Η πυρκαγιά φέρνει μπροστά μας τον υλικό και ευάλωτο κόσμο μέσα στον οποίο επέζησε η τράπεζα.
Πίσω από τη λαμπερή γλώσσα της ιπποσύνης υπάρχουν ξύλα που καίγονται, χώροι που καταστρέφονται, τεχνίτες που πρέπει να ξαναχτίσουν. Το παρελθόν δεν έφτασε ως εμάς επειδή ήταν προορισμένο να επιβιώσει. Κάποια αντικείμενα έμειναν ενώ το περιβάλλον τους άλλαξε πολλές φορές. Η σημερινή τους ακινησία κρύβει τη διαρκή έκθεση σε ανάγκες και κινδύνους.
Το τραπέζι μαθαίνει να αποδεικνύει
Πολύ πριν από τη σύγχρονη εξέταση του ξύλου, η τράπεζα είχε ήδη αποκτήσει φήμη ως υλικός δεσμός με τον Αρθούρο. Αναφορές του δέκατου πέμπτου αιώνα δείχνουν ότι η σύνδεση κυκλοφορούσε και είχε κύρος. Ο Ουίλιαμ Κάξτον μνημόνευε το αντικείμενο στο πλαίσιο της αρθουριανής παράδοσης.
Η διαδικασία είναι ενδιαφέρουσα. Η αφήγηση δίνει όνομα στο ξύλο και το ξύλο επιστρέφει κύρος στην αφήγηση. Ο επισκέπτης βλέπει την τράπεζα επειδή ξέρει την ιστορία· κατόπιν θεωρεί ότι η ιστορία στέκεται καλύτερα επειδή είδε την τράπεζα. Οι δύο πλευρές ενισχύουν η μία την άλλη.
Αυτό δεν απαιτεί έναν μοναδικό οργανωτή της παραπλάνησης. Μπορεί να συμβεί μέσα από γενιές ανθρώπων που παραλαμβάνουν μια ονομασία ως κληρονομιά και την περνούν στους επόμενους. Κάποια στιγμή η παράδοση ακούγεται παλιότερη από όσο μπορούμε να ελέγξουμε και η ηλικία της γίνεται και αυτή επιχείρημα. Η έρευνα πρέπει τότε να χωρίσει τις επαναλήψεις από την πρώτη μαρτυρία.
Μπαίνει ο Ερρίκος και αλλάζει το πρόσωπο
Η πιο γνωστή ζωγραφική εμφάνιση της τράπεζας συνδέεται με την εποχή του Ερρίκου Η΄. Οι πράσινοι και λευκοί τομείς, τα ονόματα των ιπποτών και το ρόδο των Τυδώρ συνθέτουν ένα πρόγραμμα που μιλά στο παρόν του συγκεκριμένου βασιλιά.
Ο Αρθούρος στην κορυφή έχει χαρακτηριστικά που θυμίζουν τον Ερρίκο. Η παρατήρηση αλλάζει ολόκληρη την ανάγνωση. Δεν έχουμε απλώς την εικόνα ενός παλιού ήρωα. Έχουμε έναν θρυλικό βασιλιά που μπορεί να κάνει τον σύγχρονο ηγεμόνα να φαίνεται οικείος κληρονόμος του.
Αν σταθούμε στη θέση ενός αυλικού ή ξένου επισκέπτη, η λειτουργία γίνεται σαφέστερη. Το μήνυμα δεν χρειάζεται να ειπωθεί ωμά. Η μορφή, το χρώμα και το δυναστικό σύμβολο αρκούν για να δημιουργήσουν μια συνέχεια. Το παλιό αντικείμενο προσφέρει βάθος χρόνου. Η νέα ζωγραφική ορίζει ποιος δικαιούται να σταθεί στο τέλος αυτής της διαδρομής. Η εξουσία εμφανίζεται ως επιστροφή μιας αναγνωρίσιμης μεγαλοσύνης.
Ο αυτοκράτορας κοιτάζει τον κύκλο
Η επίσκεψη του Καρόλου Ε΄ το 1522 δίνει στη χρήση της τράπεζας διπλωματικό ενδιαφέρον. Οι βασιλικές συναντήσεις δεν περιλαμβάνουν μόνο όσα λέγονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Περιλαμβάνουν χώρους, τελετουργίες, εικόνες και αντικείμενα που παρουσιάζουν τη θέση του οικοδεσπότη στον κόσμο.
Ας φανταστούμε το αντικείμενο ως μέρος αυτής της ορατής γλώσσας. Ένας ξένος ηγεμόνας βρίσκεται μπροστά σε κάτι που του προτείνεται ως παλιός σύνδεσμος με τον ένδοξο βρετανικό μύθο. Πάνω του αναγνωρίζει σύμβολα της παρούσας δυναστείας. Το παρελθόν έχει επιλεγεί και οργανωθεί για το βλέμμα του.
Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι ο επισκέπτης πίστεψε κάθε ισχυρισμό ή ότι ο Ερρίκος σχεδίασε προσωπικά κάθε πινελιά. Η σκηνή είναι ισχυρή ακόμη κι αν όλοι αντιλαμβάνονται τη συμβολική της φύση. Η διπλωματία συχνά λειτουργεί με παραστάσεις που κανείς δεν χρειάζεται να εκλάβει κυριολεκτικά για να καταλάβει τι απαιτούν από αυτόν: αναγνώριση κύρους.
Υπάρχουν τουλάχιστον δύο τρόποι να δεχτεί κανείς μια τέτοια παράσταση. Ο πρώτος είναι να εμπιστευτεί την παράδοση και να νιώσει ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα σχεδόν απτό παρελθόν. Ο δεύτερος είναι να αναγνωρίσει την κατασκευή της και παρ’ όλα αυτά να σεβαστεί τη δύναμή της. Ένας διπλωμάτης μπορεί να καταλαβαίνει ότι η εικόνα οργανώθηκε για εκείνον και συγχρόνως να γνωρίζει ότι πρέπει να απαντήσει στο μήνυμά της.
Αυτό κάνει το αντικείμενο πιο ενδιαφέρον από μια απλή ιστορική πλάνη. Δεν στηρίζει μόνο μια λανθασμένη χρονολόγηση. Προσφέρει έναν κοινό κώδικα ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν εκπαιδευτεί να διαβάζουν την ισχύ μέσα από σύμβολα. Ο Αρθούρος λειτουργεί ως αναγνωρίσιμη γλώσσα· ο Ερρίκος βάζει μέσα της τη δική του αξίωση. Και ο επισκέπτης καλείται να σταθεί μπροστά σε αυτή τη σύνδεση χωρίς να χρειαστεί ποτέ να του ζητηθεί ρητά να την επικυρώσει.
Ο ζωγράφος που έφτασε αιώνες αργότερα
Το 1789 το διακοσμητικό σχήμα επαναζωγραφίστηκε από τον τοπικό καλλιτέχνη Ουίλιαμ Κέιβ. Αυτή η μεταγενέστερη επέμβαση προσθέτει άλλο ένα στρώμα ανάμεσα σε εμάς και στην εικόνα που είχε ο θεατής του δέκατου έκτου αιώνα.
Η σημερινή επιφάνεια επομένως δεν πρέπει να διαβαστεί σαν να έμεινε ανέπαφη από την πρώτη ημέρα της. Το ξύλο έχει τη δική του ηλικία, η εικονογραφική σύλληψη τη δική της και η συντήρηση ή ανανέωση των χρωμάτων μια τρίτη. Η τράπεζα δεν είναι μία στιγμή που διατηρήθηκε. Είναι διαδοχή στιγμών.
Αν ο Κέιβ επιχειρούσε να διασώσει την αναγνωρίσιμη μορφή, η επέμβασή του θα εξυπηρετούσε τη συνέχεια. Για τον ερευνητή όμως η ίδια συνέχεια δημιουργεί ένα πρόβλημα: τι ακριβώς βλέπουμε από το παλιό και τι μέσα από τη μεταγενέστερη φροντίδα του; Η προστασία της εικόνας μπορεί να κάνει δυσκολότερη την άμεση πρόσβαση στην ιστορία της. Το αντικείμενο επιβιώνει επειδή αλλάζει, και αλλάζει επειδή οι άνθρωποι επιμένουν να το κρατούν ορατό.
Ο θρύλος χάνει ένα πιστοποιητικό και κερδίζει μια ιστορία
Αν περιμένουμε από την τράπεζα να αποδείξει ότι ο Αρθούρος κάθισε εκεί, η υπόθεση δεν μας δίνει όσα ζητούμε. Αν όμως αναρωτηθούμε πώς ο θρύλος του έγινε υλικό εξουσίας, το ίδιο αντικείμενο μετατρέπεται σε εξαιρετικό μάρτυρα.
Η δική μας ανάγνωση βρίσκει το πιο ισχυρό σημείο στο διπλό του πρόσωπο. Είναι κάτι παλιό που χρησιμοποιήθηκε για να μιλήσει για ακόμη παλιότερα πράγματα. Και στην πορεία εκείνος που διεκδικούσε το παρελθόν ζωγράφισε πάνω του τη δική του εποχή. Ο Ερρίκος δεν χρειαζόταν να κατασκευάσει από την αρχή έναν Αρθούρο. Του αρκούσε να πλησιάσει το πρόσωπό του.
Όταν ο επισκέπτης κατεβάσει τελικά το βλέμμα από τον κύκλο, ίσως έχει χάσει την εύκολη βεβαιότητα ενός θρυλικού κειμηλίου. Έχει κερδίσει όμως την ιστορία ενός πολύ αληθινού μηχανισμού. Εκείνου που μετατρέπει τη μνήμη σε κύρος και ένα παλιό τραπέζι σε καθρέφτη, όπου κάθε βασιλιάς ελπίζει να δει ένα πρόσωπο που του μοιάζει.






