Μάρθα και Μαρία: όταν η φροντίδα δεν αφήνει χώρο να ακούσουμε
Το Ευαγγέλιο δεν μας καλεί να αφήσουμε τους άλλους αβοήθητους. Μας καλεί να προσέξουμε μήπως, κάνοντας τα πάντα για εκείνους, πάψαμε να ακούμε τον Χριστό και τους ίδιους.

Μάρθα και Μαρία βρίσκονται στο ίδιο σπίτι, μπροστά στον ίδιο επισκέπτη, αλλά ζουν διαφορετικά την παρουσία του. Στην αφήγηση του Λουκά, η Μάρθα υποδέχεται τον Ιησού και απορροφάται από τη διακονία. Η αδελφή της κάθεται κοντά του και ακούει. Τότε η Μάρθα ζητά από τον Χριστό να παρέμβει: έχει μείνει μόνη να υπηρετεί και θέλει βοήθεια.
Το παράπονό της δεν μας είναι ξένο. Μπορεί να φροντίζουμε ένα σπίτι, έναν γονιό ή μια ενοριακή δραστηριότητα και να αισθανόμαστε ότι όλοι στηρίζονται επάνω μας. Η απάντηση του Χριστού, όμως, δεν χωρά ούτε σε ένα εύκολο μάθημα παραγωγικότητας ούτε σε μια επίπληξη του κουρασμένου ανθρώπου. Θέτει ένα πιο απαιτητικό ερώτημα: μέσα σε όσα κάνουμε για την αγάπη, παραμένουμε διαθέσιμοι να ακούσουμε;
Μάρθα και Μαρία: τι λέει και τι δεν λέει το κείμενο
Στο Λουκά 10:38 έως 42, ο Ιησούς στρέφεται στη Μάρθα και ονομάζει τη μέριμνα και την αναστάτωσή της. Στο ελληνικό λειτουργικό κείμενο της Αρχιεπισκοπής Αμερικής διαβάζουμε: «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά». Υπερασπίζεται την επιλογή της Μαρίας να ακούει τον λόγο του, την αγαθή μερίδα που δεν θα της αφαιρεθεί.
Ο Λουκάς παρουσιάζει μια συνάντηση, όχι παραβολή. Εδώ τη διαβάζουμε ως ευαγγελική μαρτυρία και βάση χριστιανικού στοχασμού, χωρίς να προσθέτουμε ανύπαρκτες λεπτομέρειες για το μενού, την ηλικία των αδελφών ή το πώς μοιράζονταν συνήθως τις δουλειές. Η συγκεκριμένη περικοπή δεν κατονομάζει το χωριό και δεν καταγράφει τι απάντησε κατόπιν η Μάρθα.
Αυτό το όριο είναι ουσιαστικό. Δεν έχουμε δικαίωμα να κατασκευάσουμε μια τεμπέλα Μαρία ή μια ανεπίδεκτη Μάρθα, ώστε να βγει πιο βολικό το δίδαγμα. Έχουμε μπροστά μας τη φιλοξενία, τη διάσπαση της προσοχής, ένα παράπονο και την προτεραιότητα της ακρόασης.
Η διακονία δεν ακυρώνεται από την προσευχή
Λίγο πριν από αυτή τη συνάντηση, στο ίδιο κεφάλαιο, βρίσκεται η παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Εκεί προβάλλεται η έμπρακτη φροντίδα του τραυματισμένου ανθρώπου. Η διαδοχή των δύο αφηγήσεων δεν επιτρέπει να χρησιμοποιούμε τη Μαρία ως άλλοθι αδιαφορίας. Η ακρόαση του Χριστού δεν μπορεί να γίνεται δικαιολογία για να αφήνουμε κάποιον άλλο να σηκώνει όλο το βάρος.
Στο άρθρο για τον καλό Σαμαρείτη και τη φροντίδα του ξένου, το ερώτημα ήταν αν θα σταματήσουμε μπροστά στην ανάγκη. Εδώ είναι διαφορετικό: πώς θα υπηρετούμε χωρίς η αδιάκοπη δραστηριότητα να καταπίνει τη σχέση μας με Εκείνον στο όνομα του οποίου υπηρετούμε.
Η δική μας χριστιανική ανάγνωση είναι ότι χρειάζονται και τα δύο: χέρια διαθέσιμα και καρδιά που ακούει. Δεν είναι δύο μόνιμες κατηγορίες ανθρώπων, οι πρακτικοί και οι πνευματικοί. Ο ίδιος άνθρωπος καλείται να σηκωθεί για τον πλησίον και να σταθεί ενώπιον του Θεού χωρίς να απαριθμεί διαρκώς τις επιδόσεις του.

Δεν είναι αμαρτία να χρειάζεσαι βοήθεια
Θα ήταν άδικο να επιστρέφαμε στο σπίτι και να λέγαμε στον εξαντλημένο άνθρωπο ότι το πρόβλημά του είναι απλώς πως δεν προσεύχεται αρκετά. Η κόπωση δεν αποδεικνύει έλλειψη πίστης. Ούτε η ανάγνωση αυτής της περικοπής μας εξουσιοδοτεί να αρνηθούμε ένα συγκεκριμένο αίτημα βοήθειας.
Ας πάρουμε ένα υποθετικό, καθημερινό παράδειγμα: ένας άνθρωπος ετοιμάζει το φαγητό, οργανώνει τις ανάγκες του σπιτιού και φροντίζει έναν ηλικιωμένο. Δεν αρκεί οι υπόλοιποι να του συστήσουν περισσότερη γαλήνη. Μπορούν να αναλάβουν το επόμενο γεύμα, μια μετακίνηση ή συγκεκριμένες ώρες παρουσίας. Το παράδειγμα δεν είναι καταγεγραμμένη μαρτυρία· είναι πρόταση για να γίνει η αγάπη μετρήσιμη σε πράξεις.
Και εκείνος που φροντίζει μπορεί να ζητήσει καθαρά αυτό που χρειάζεται, χωρίς να περιμένει να μαντέψουν όλοι το βάρος του. Το να δεχθεί βοήθεια δεν ακυρώνει την προσφορά του. Μπορεί να σημαίνει ότι παύει να θεωρεί τον εαυτό του αναντικατάστατο και επιτρέπει στους άλλους να γίνουν πραγματικά συμμέτοχοι.
Η πνευματική ζωή δεν είναι πρόσθετη υποχρέωση που φορτώνουμε στον ήδη πιεσμένο άνθρωπο. Στη χριστιανική της κατανόηση είναι σχέση με τον Χριστό. Γι’ αυτό και η μετάνοια ως προσωπική ευθύνη, χωρίς σύγχυση με την ψυχική υγεία χρειάζεται προσοχή: η αυτοεξέταση δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αυτόματη ενοχοποίηση κάθε ανθρώπινης δυσκολίας.
Να ακούσουμε πριν ζητήσουμε να δικαιωθούμε
Υπάρχει όμως και το δύσκολο μέρος της περικοπής για τον καθένα μας. Μπορούμε να απευθυνόμαστε στον Χριστό μόνο για να επιβεβαιώσει ότι εμείς έχουμε δίκιο και οι άλλοι πρέπει να αλλάξουν. Η Μάρθα τού ζητά να δώσει μια εντολή στην αδελφή της. Η απάντηση επιστρέφει τη συζήτηση και στον δικό της τρόπο παρουσίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παράπονο είναι εγωισμός. Σημαίνει ότι η προσευχή περιλαμβάνει και την ετοιμότητα να διορθωθούμε. Μπορώ να ζητώ δικαιοσύνη και ταυτόχρονα να εξετάζω τον τρόπο με τον οποίο μιλώ. Μπορώ να προσφέρω πραγματικά και παράλληλα να χρειάζομαι ελευθερία από την απαίτηση να αναγνωρίζεται αδιάκοπα η προσφορά μου.
Μια απλή αρχή για σήμερα είναι να διαβάσουμε ολόκληρη τη μικρή περικοπή, χωρίς να ψάχνουμε αμέσως ποιον άλλο περιγράφει. Να αφήσουμε λίγο χρόνο προσευχής, χωρίς οθόνη και χωρίς κατάλογο κατορθωμάτων. Και έπειτα να συμφωνήσουμε μία συγκεκριμένη αλλαγή στη μοιρασιά της φροντίδας. Όχι ως συνταγή που εξαφανίζει κάθε δυσκολία, αλλά ως άσκηση ακρόασης και ευθύνης.
Ο Χριστός δεν χρειάζεται να γίνει ο επικυρωτής της δικής μας αγανάκτησης. Χρειάζεται να του αφήσουμε χώρο να μας συναντήσει, ακόμη και εκεί όπου θεωρούμε ότι δεν έχουμε τίποτε να αλλάξουμε. Ποια υποχρέωση μπορούμε σήμερα να μοιραστούμε και ποια βεβαιότητά μας να αφήσουμε για λίγο στην άκρη, ώστε να ακούσουμε πραγματικά; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το κείμενο αποτελεί ενυπόγραφη άποψη. Η θέση του συντάκτη ξεχωρίζει από τα επαληθεύσιμα στοιχεία και τις παραπομπές.






